Author: Lorraine Leete

𝐍𝐨 𝐫𝐨𝐨𝐦 𝐟𝐨𝐫 𝐜𝐨𝐦𝐩𝐥𝐚𝐜𝐞𝐧𝐜𝐲 𝐭𝐨𝐰𝐚𝐫𝐝𝐬 𝐫𝐚𝐜𝐢𝐬𝐭 𝐯𝐢𝐨𝐥𝐞𝐧𝐜𝐞 𝐨𝐧𝐞 𝐲𝐞𝐚𝐫 𝐚𝐟𝐭𝐞𝐫 𝐭𝐡𝐞 𝐜𝐨𝐧𝐯𝐢𝐜𝐭𝐢𝐨𝐧 𝐨𝐟 𝐆𝐨𝐥𝐝𝐞𝐧 𝐃𝐚𝐰𝐧

Image: Magda Fyssa at the conviction of the Golden Dawn, 11 October 2020. Photo: Lemesos Blog.

One year after the historic conviction of Golden Dawn, the Racist Violence Recording Network
(RVRN) calls to mind the importance of the judicial decision that sent a clear message against the
criminal organization and organized racist violence. In parallel, the Network warns that there is no
room for complacency, as the modus operandi of organized violence continues to severely affect
social cohesion.

In October 2020, RVRN welcomed the landmark decision convicting Golden Dawn, which protected
respect for the rule of law in Greece, while recalling at the same time that the fight against violent,
racist groups and their modus operandi through legal means is a matter of strengthening human
rights and respect for the rule of law. The determining factor for the establishment of the Network in
2011 was, to a great extent, the decision by the representatives of civil society organizations and
communities of the victims affected by the organized activity of Golden Dawn to urgently respond in
a coordinated manner. The aim was to document the increase in racist attacks and organized
violence as well as to advocate for the necessary changes that would put an end to the climate of
impunity that had been cultivated for a long time.

Almost ten years after, as documented in its annual report for 2020, the Network continues to
record attacks. While reduced in number since 2013, this is nonetheless still ongoing and extremely
worrying, with features of a structured organization or committed by organized groups based on farright ideas. RVRN noticed the escalation of the phenomenon in 2020, compared to the recent past,
mostly as regards the frequency of organized attacks against targeted groups, such as refugees or
migrants, as well as human rights defenders.

In light of the recent violent incidents that took place within the school environment, among other
places, RVRN reminds of its standing recommendations on the effective prevention, already in
schools, of the spread of ideas promoting intolerance. Measures that would act as a deterrent to the
spread of ideologies disrupting social cohesion and educational institutions’ operation would be to
ensure equal access and attendance of children to public education, without discrimination and
without being the object of hate speech, and to reinforce the regulatory framework for combating
racist violence at school, with the participation of all involved actors (teachers, students, parentteacher associations).

In parallel, RVRN continues to call State and local government representatives, as well as media
representatives, to refrain from engaging in the racist rhetoric that normalizes and encourages racist
reactions. It also calls on the authorities to urgently enhance the protection provided by law to every
person and every community member that is being targeted by persons or groups with a racist
motivation. No crime, motivated solely or cumulatively by bias, should remain unpunished.

PRESS RELEASE: Greece suspends deportation following European Court of Human Rights’ grant of interim measures

Image: A shared tent in the “blue zone,” for vulnerable persons, in
 Lesvos’ “Temporary” Reception and Identification Centre in Kara Tepe (otherwise known as Moria 2.0 or Mavrovouni). Photo taken by a camp resident, August 2021.

English.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Η Ελλάδα αναστέλλει την απέλαση μετά τη χορήγηση προσωρινών μέτρων από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Στις 30 Αυγούστου 2021, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) διέταξε τη λήψη προσωρινών μέτρων για τον εντολέα του Legal Centre Lesvos MH, έναν Σύρο με αναπηρία και χρόνια προβλήματα υγείας, και διέταξε τις ελληνικές αρχές να του εξασφαλίσουν συνθήκες διαβίωσης και ιατρική περίθαλψη κατάλληλες για την κατάσταση της υγείας του, προκειμένου να αποτραπεί επικείμενη ανεπανόρθωτη βλάβη.

Μετά την απόφαση αυτή, στις 9 Σεπτεμβρίου 2021, η Περιφερειακή Αστυνομική Διεύθυνση Βορείου Αιγαίου ανέστειλε την απέλαση του MH για έξι μήνες. Η αίτηση ασύλου του MH είχε απορριφθεί κατόπιν προσφυγής, με τη νομικά αβάσιμη αιτιολογία ότι η Τουρκία είναι ασφαλής τρίτη χώρα γι’ αυτόν. Ως εκ τούτου, θεωρήθηκε, από τις ελληνικές αρχές, ότι βρίσκεται εκτός της διαδικασίας ασύλου (και, ως εκ τούτου, στερείται ιατρικής περίθαλψης και κινδυνεύει με απέλαση).

Επιπλέον, μετά την απόφαση του ΕΔΔΑ, το αστυνομικό τμήμα ήρε τους γεωγραφικούς περιορισμούς του ΜΗ, οι οποίοι τον εμπόδιζαν να εγκαταλείψει το νησί της Λέσβου από την άφιξή του στο νησί πριν από ένα χρόνο, και στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, μεταφέρθηκε τελικά στην Αθήνα μαζί με τον κύριο φροντιστή του, έναν άλλο Σύρο που είχε προηγουμένως εμποδιστεί να εγκαταλείψει το νησί, τόσο λόγω της πολιτικής περιορισμού που εφαρμόστηκε μετά τη δήλωση ΕΕ-Τουρκίας του 2016, όσο λόγω ότι η αίτηση του για άσυλο είχε απορριφθεί με την αιτιολογία ότι η Τουρκία είναι ασφαλής.

Κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, σε ένα καταδικαστικό κατηγορητήριο για τις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν για τους μετανάστες στη Λέσβο, το ΕΔΔΑ έχει χορηγήσει προσωρινά μέτρα σε δεκατρείς υποθέσεις που υποβλήθηκαν από το Legal Centre Lesvos για λογαριασμό ευάλωτων ατόμων που ζουν στο “Προσωρινό” Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ) της Λέσβου στο Καρά Τεπέ (γνωστό και ως Μόρια 2.0 ή Μαυροβούνι). Σε κάθε περίπτωση, το ΕΔΔΑ διέταξε τις ελληνικές αρχές να εγγυηθούν κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης και ιατρική περίθαλψη, προκειμένου να αποτραπεί αποδεδειγμένα ο άμεσος κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας.

Παρά τις σταθερές αυτές εντολές του Δικαστηρίου, οι ελληνικές αρχές έχουν επανειλημμένα αποτύχει να διασφαλίσουν την έγκαιρη συμμόρφωσή τους. Τον Μάρτιο του 2021, η χορήγηση προσωρινών μέτρων από το ΕΔΔΑ στην υπόθεση της ΑΜ προκάλεσε τη μεταφορά της – εντός 48 ωρών – στην Αθήνα, όπου θα έπρεπε να έχει στη διάθεσή της εξειδικευμένη ιατρική περίθαλψη. Κατά την άφιξή της, ωστόσο, της αρνήθηκαν την πρόσβαση σε νοσοκομεία – και, ως εκ τούτου, στην ιατρική περίθαλψη που τόσο επειγόντως χρειαζόταν – για περισσότερους από τέσσερις μήνες. Οι δημόσιες υγειονομικές αρχές το δικαιολόγησαν αυτό με την αιτιολογία ότι δεν είχε αριθμό κοινωνικής ασφάλισης, παρά το γεγονός ότι η απόφαση του ΕΔΔΑ είχε τονίσει το δικαίωμά της σε ιατρική περίθαλψη.

Το γεγονός ότι η απέλαση του MH έχει (προσωρινά) ανασταλεί και ότι ο ίδιος, ο φροντιστής του και η ΑΜ έχουν μεταφερθεί στην Αθήνα είναι μικρές νίκες σε ένα κατά τα άλλα εχθρικό και βίαιο συνοριακό καθεστώς. Ωστόσο, η επιτυχία σε μια υπόθεση προσωρινών μέτρων -ακόμη και όταν ακολουθείται από αποφασιστική δράση των ελληνικών αρχών, όπως η πρόσβαση του MH στην υγειονομική περίθαλψη ή η αναστολή της μελλοντικής απέλασής του- είναι συχνά λίγο περισσότερο από την επαρκή εκπλήρωση των υφιστάμενων νομικών υποχρεώσεων του κράτους. Το γεγονός ότι το Legal Centre Lesvos αναγκάζεται να προσφύγει επανειλημμένα στο ΕΔΔΑ, προκειμένου να επιτύχει επείγουσα περίθαλψη για ευάλωτα άτομα, είναι ενδεικτικό του εξαιρετικού χαρακτήρα που πρέπει να αποδειχθεί στις ευρωπαϊκές αρχές πριν αναγνωριστεί το δικαίωμα των μεταναστών σε στοιχειώδη περίθαλψη ή ασφάλεια.

PRESS RELEASE: Greece suspends deportation following European Court of Human Rights’ grant of interim measures

On 30 August 2021, the European Court of Human Rights (ECtHR) ordered interim measures for Legal Centre Lesvos client MH, a Syrian man with disabilities and chronic health issues, and ordered the Greek authorities to guarantee him living conditions and medical care appropriate to his state of health, in order to prevent imminent irreparable harm. 

Following this decision, on 9 September 2021, the Regional Police of the Northern Aegean suspended MH’s deportation for six months. MH’s application for asylum had been rejected on appeal, on the legally untenable grounds that Turkey is a safe third country for him. He was therefore considered, by Greek authorities, to be outside of the asylum procedure (and therefore denied medical care, and at risk of deportation).

Furthermore, following the ECtHR’s decision, the police department lifted MH’s geographic restrictions, which had prevented him from leaving the island of Lesvos since his arrival to the island over a year ago, and on 20 September 2021, he was finally transferred to Athens together with his primary caregiver, another Syrian man who had previously prevented from leaving the island, both due to the containment policy in place since the 2016 EU-Turkey Statement, and because he also had his asylum application rejected on the grounds that Turkey was safe. 

Over the past year, in a damning indictment of the inhumane conditions for migrants in Lesvos, the ECtHR has granted interim measures in thirteen cases submitted by the Legal Centre Lesvos on behalf of vulnerable individuals living in Lesvos’ “Temporary” Reception and Identification Centre (TRIC) in Kara Tepe (otherwise known as Moria 2.0 or Mavrovouni). In each case, the ECtHR has ordered Greek authorities to guarantee appropriate living conditions and medical care in order to prevent a proven imminent risk of torture or inhuman or degrading treatment or punishment. 

Despite these firm Court orders, the Greek authorities have repeatedly failed to ensure their timely compliance. In March 2021, the ECtHR’s grant of interim measures in AM’s case prompted her transfer – within 48 hours – to Athens, where specialist medical care should have been available to her. Upon arrival, however, she was denied access to hospitals – and therefore to the medical care that she so urgently needed – for more than four months. Public health authorities justified this on the grounds that she did not have a social security number, despite the fact that the ECtHR’s order had emphasised her right to medical care.

The fact that MH’s deportation has been (temporarily) suspended, and that he, his caregiver, and AM have been transferred to Athens are small victories in an otherwise hostile and violent border regime. However, success in an interim measures case – even when it is followed by decisive action by Greek authorities, such as MH’s access to healthcare or the suspension of his prospective deportation – is often little more than adequate fulfillment of the State’s existing legal obligations. That the Legal Centre Lesvos is forced to take recourse to the ECtHR on a repeated basis, to obtain urgent treatment for vulnerable persons, is indicative of the exceptionalism that must be proven to European authorities before migrants’ entitlement to basic care or safety is recognised.

ONE YEAR OF MAVROVOUNI CAMP

There is nothing more permanent than the temporary – Ουδεν μονιμοτερον του προσωρινου

In September 2020, in the aftermath of the Moria fires, the European Commission announced that a dedicated task force would be established with the ostensible purposes of  “implement[ing] a joint pilot with the Greek authorities for new reception facilities” and ensuring “adequate living conditions, more certainty through faster procedures and more balanced responsibility-sharing and solidarity.” Far from these stated objectives, the reality in Lesvos and on the other Aegean islands has been the extension of the European Union’s existing hotspot approach through the knowing creation and perpetuation of inhumane living conditions into effective prison camps and the continued sacrifice of fundamental rights to expedited and summary asylum procedures. 

The hasty establishment of Mavrovouni Temporary Reception and Identification Centre (TRIC) in October 2020 – on land that was leased for five years, calling in to question the camp’s alleged temporariness (see here, here, and here) – has, since then, given way to constant construction works, despite knowledge that the site is contaminated with lead and therefore poses an acute health risk to all contained there. Fires, heavy winds, flooding and ongoing building works have forced the camp residents’ constant relocation from one tent or shelter to another, while prospects of moving outside of the camp (to accommodation in shelters for vulnerable people, for example) have progressively closed. Some families told the Legal Centre Lesvos that they were forcibly moved from their tents or containers, at least, once per month, due to the constant – and disorientating – re-shaping of the camp’s infrastructure. They also complained about the frequent presence of dust in the air created by the permanent construction works and movement of trucks passing through the camp, which also contaminates their food and water.

Mavrovouni’s neatly aligned rows of nearly 500 UNHCR-branded tents, containers, and rub-halls might appear, at first glance, better organised than the olive groves that sprawled around the former Moria RIC. But this image, satisfactory only for politicians’ brief visits or organisations’ promotional videos, belies a fundamentally different reality: the effective detention of migrants in shelters battered by extreme weather conditions, with scarce and inaccessible sanitation facilities, and under ever-increasing police surveillance – yet facing chronic insecurity. 

Mavrovouni camp is organized around four main zones – blue, yellow, green and red – which hosts people dependent on their profile (vulnerable, single men, families) and the capacity of each zone given the ongoing construction works. Crucially, people are also grouped into the different sections of each zone depending on their status in the asylum procedure. For instance, both people whose asylum claims have been rejected on appeal and recognised refugees – who are all currently considered to be “outside of the asylum procedure” by the Greek authorities and therefore ineligible for the “housing” and cash assistance provided to asylum seekers – are often hosted within the same rows or group of tents, containers or rubhalls in the camp, including in less “comfortable” shelters and more remote areas. Families with children whose asylum claims have been rejected on appeal are being concentrated in large rubhalls hosting 80 to 100 persons of the “green zone”, which is also the most remote and one of the dirtiest areas of the camp (see picture below). Families hosted there complain about the lack of space and safety for their children, given the absence of an escape route in case of fire of the rubhall and the dirt, rats and bed bugs which they are exposed to. 

Picture: Plastic rubhalls shared among 80 to 100 persons hosting families with children who have been rejected at least twice in the asylum process – in the remote area of the “green zone” of Mavrovouni RIC. Picture taken by a camp resident, August 2021. 

Vulnerable persons (including among others people with physical disabilities, chronic health conditions, single parents with minor children and pregnant women) are mostly hosted in the “blue zone” of Mavrovouni camp, which alternates between tents shared among eight persons and ISO box containers. However, at present, this part of the camp lacks sufficient capacity to host all persons with vulnerabilities. Some of the Legal Centre Lesvos’ clients with severe medical conditions and physical disabilities are forced to live in other zones, where they sleep on the floor of tents shared with unrelated persons. Furthermore, the shower facilities adapted for persons with disabilities (which have running water, as opposed to the bucket showers found across the rest of the camp) were built outside of the blue zone – and at approximately five minutes’ walking distance. This means that they are in practice very difficult to access for people with limited mobility or in wheelchairs.

The European Court of Human Rights (ECtHR) has, since the start of the year, repeatedly held that the living conditions in Mavrovouni RIC put people with severe medical conditions at imminent risk of irreparable harm and breach the prohibition on torture, inhuman and degrading treatment found in Article 3 of the European Convention of Human Rights. Despite the ECtHR’s repeated instructions to the Greek government to urgently transfer war wounded persons, pregnant women, victims of torture, children with epilepsy or autism, and other vulnerable people into appropriate and safe accommodation and ensure their access to adequate medical care, many – both those named in these cases and other hundreds in analagous situations – are still left without assistance in Mavrovouni camp. 

Picture: Lines of tents in the “blue zone” of Mavrovouni RIC hosting vulnerable people including people with limited mobility and in wheelchairs who are sleeping on the floor in shared tents among 8 other persons. Picture taken by a camp resident, August 2021. 

In any case, however, the shelters available in Mavrovouni camp (whether tent, container or rub hall) are invariably inadequate to ensure people’s health or safety. Among all the ISO boxes containers, rubhalls and tents installed in Mavrovouni camp, only the ISO box containers relocated in the “blue zone” from the former municipality-run Kara Tepe camp (which was used to host vulnerable individuals and families, and forcibly closed by Greek authorities in April this year) are equipped with air conditioning. This means that during the summer, where temperatures reached 40°C, the vast majority of people living in the camp were left without proper ventilation. This also means that people will most certainly be left without proper heating during the upcoming winter, where temperatures will drop below freezing and snow may well fall.

New lightweight “plastic containers” have now been installed as accommodation for families in the “red zone” of the camp and have space for five to eight persons sleeping on the floor. The manufacturers of these containers, a partner of UNHCR, describe these as short-term accommodation “to house families for a couple of nights” (emphasis added). Those containers have fire safety guidelines on the doors, instructing residents that they have only two minutes to escape in case of a blaze, due to the highly flammable nature of the material. The instructions further stipulate that there must be at least five metres between each container. In Mavrovouni, however, there is only approximately one to two meters between each unit (see picture below). 

Despite the well known risks of fires, the Greek authorities continue to pile highly flammable and unheated containers close to each other, with no regard for the health, safety or lives of the people forced to live there. 

Pictures: New light-weight plastic structures called by the camp residents “plastic containers” and their fire safety guidelines, Picture taken by a camp resident, September 2021.

The inhumane living conditions imposed on people in Mavrovouni camp are coupled with pervasive  anxiety and uncertainty created by de facto detention, mass rejections and accelerated assessments of residents’ claims

As of August, almost half of the camp population had already had their asylum claim rejected on appeal, and are therefore officially considered to be “outside of the procedure”. This means in practice that they no longer have access to UNHCR cash assistance, nor legal aid support from state lawyers, nor social security services, such as health care (with the exception of emergency services). 

In any case, UNHCR has announced the termination of its cash assistance programme as of the 15 September 2021, the date in which all persons eligible are requested to withdraw their last cash allowance. There has been no official announcement by the Greek State confirming that this programme will in fact be continued, or if so, under which eligibility criteria. Clients of the Legal Centre Lesvos explained that they are extremely worried as to how they will be able to cover their basic needs, particularly while being forced to live in Mavrovouni camp and not having access to any work. Some clients stated that they are “working” three shifts for different non-governmental organisations operating inside the camp and survive on the 20-euros supermarket coupons and 12-euros mobile top up cards given to them in exchange for their services, such as interpreting, helping to move tents or building ISO box containers, cleaning the bins, or gathering empty bottles. 

Throughout the COVID-19 pandemic, residents of Mavrovouni RIC (and other camps across Greece) have been subjected to disproportionate and discriminatory restrictions such as curfews, restricted exits per week, and ongoing movement certification requirements. In August, exit and entrance restrictions were finally lifted for the Mavrovouni camp residents, but every person leaving the camp was forced to undergo a rapid COVID test each time they want to leave – even vaccinated persons who could present a COVID vaccine certificate. Since 11 September, harsh police controls and movement restrictions have been reimposed under the justification of “protection measures of public health from the spread of COVID-19,” whereas the rest of the local population on the island is not subjected to any restriction – let alone an enhanced restriction – at the moment. As a consequence, the camp management has resumed the publication of daily notices listing residents’ file numbers, to determine who is allowed to leave the camp “for the cover of basic needs” – such as medical appointments, asylum interviews, appointment with lawyers or public services under the presentation of a document proving those appointments.

Furthermore, the National Public Health Organisation (EODY), which operates a clinic in the camp,  announced in the last week of August that the State would no longer provide COVID-19 vaccinations for people “outside of the asylum procedure”, under the pretext that the State could not issue a vaccine certificate for those without legal status. People who already had appointments with EODY in the camp, but had since received a second instance rejection on their asylum claim, were therefore refused vaccination when they came to their appointment. Legal status has no bearing on public health imperatives, and the exclusion of migrants from the vaccination programme on this basis is a violation of the fundamental principle of non-discrimination. 

For a full year, people have now been forced to live in the “temporary” Mavrovouni camp in horrendous conditions, with the poor excuse that people’s stay there would be temporary. As confirmed by the Greek proverb, “there is nothing more permanent than the temporary” (Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού). 

NO CAMPS, NO PRISONS, NOT HERE, NOT EVER!

𝐒𝐮𝐜𝐜𝐞𝐬𝐬𝐟𝐮𝐥 𝐫𝐞𝐥𝐨𝐜𝐚𝐭𝐢𝐨𝐧 𝐨𝐟 𝟐𝟕-𝐲𝐞𝐚𝐫-𝐨𝐥𝐝 𝐌.𝐌. 𝐭𝐨 𝐆𝐞𝐫𝐦𝐚𝐧𝐲 𝐚𝐟𝐭𝐞𝐫 𝟕 𝐦𝐨𝐧𝐭𝐡𝐬’ 𝐞𝐟𝐟𝐨𝐫𝐭𝐬

Photograph: Damaged tents in Mavrovouni RIC, August 2021.

Ελληνικά.

M.M, a 27-year-old Afghan beneficiary of subsidiary protection, who attempted to self-immolate in the Mavrovouni Reception and Identification Centre (RIC) of Lesvos on February 21, 2021, has been safely relocated to Germany with her family. The transfer to Germany was made possible by a new order of the Investigating Judge of the First Instance Court of Mytilene, which allowed for her exit from the country, under the condition that M.M. reports at a Greek consular authority in Germany once a month, until a final ruling on the criminal charges pending against her is made.

In February, M.M. – then pregnant – attempted to take her life inside Mavrovouni temporary Reception and Identification Centre (RIC), in Lesvos. As a result of the attempted self-immolation, M.M. sustained injuries on several parts of her body, including her head, both hands, back, and legs, and inhaled smoke that caused her to lose consciousness for a short period of time. M.M. was rescued by the residents of the neighbouring tents and was transferred to the hospital immediately after.

M.M. and her family had lived for more than a year in the inhuman conditions of Moria and Mavrovouni RICs before she attempted to take her life. For this act of desperation, she was later charged with “arson with intent, endangering life and the objects of others”, as well as with “damage of an object of common utility by means of fire.” Τhe case is still pending at the pre-trial-stage.

HIAS Greece and Legal Centre Lesvos express their satisfaction with the positive outcome regarding the family’s relocation. The decisions taken by the Judicial Authorities as well as those of the Central Asylum Service were instrumental in making the family’s transfer possible. At the same time, we hope that the Judicial Authorities will recognize M.M.’s act of desperation as self-harm, which is not punishable according to Greek penal code. This criminal case constitutes another example of misguided use of criminal law mechanism against refugees, and simultaneously reveals the failure of the state to provide adequate living conditions for persons seeking international protection in Greece.

Μεταφέρθηκε στη Γερμανία η 27χρονη Μ.Μ. που είχε προσπαθήσει να θέσει τέλος στη ζωή της στο ΚΥΤ Μαυροβουνίου της Λέσβου

Η 27χρονη αναγνωρισμένη δικαιούχος επικουρικής προστασίας από το Αφγανιστάν που προσπάθησε να αυτοπυρποληθεί στις 21 Φεβρουαρίου 2021, μεταφέρθηκε από τη Λέσβο με ασφάλεια στη Γερμανία μαζί με την οικογένειά της, στο πλαίσιο του προγράμματος μετεγκατάστασης. Η μεταφορά της κατέστη εφικτή ύστερα από τη νέα διάταξη του Ανακριτή Πρωτοδικών Μυτιλήνης κατόπιν πρότασης της εισαγγελέα, με την οποία ορίστηκε ως μοναδικός περιοριστικός όρος η εμφάνιση στην πλησιέστερη ελληνική προξενική αρχή μια φορά το μήνα, μέχρι την οριστική εκδίκαση της σε βάρος της κατηγορίας.

Υπενθυμίζουμε ότι, τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, η 27χρονη έγκυος γυναίκα αποπειράθηκε να θέσει τέλος στη ζωή της εντός του προσωρινού Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης στο Μαυροβούνι της Λέσβου. Ως αποτέλεσμα, η πρόσφυγας υπέστη πολλαπλά εγκαύματα στο κεφάλι, την πλάτη, τα χέρια και τα πόδια και έχασε τις αισθήσεις της μετά από εισπνοή καπνού. Η Μ.Μ. διασώθηκε από τους κατοίκους των γειτονικών σκηνών και αμέσως μετά μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο λόγω των πολλαπλών τραυμάτων που έφερε από τη φωτιά. Σημειώνουμε ότι η γυναίκα μαζί με την οικογένεια της ζούσαν για περισσότερο από ένα χρόνο σε απάνθρωπες συνθήκες του κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Μόριας και στη συνέχεια του Μαυροβουνίου. Για αυτήν την πράξη απελπισίας, της αποδόθηκαν κατηγορίες για «εμπρησμό από πρόθεση από τον οποίο προέκυψε κίνδυνος για ξένα πράγματα και για ανθρώπους» και «φθορά πράγματος που χρησιμεύει για κοινό όφελος η οποία έγινε με φωτιά» ενώ η υπόθεση εκκρεμεί ακόμα στο στάδιο της προδικασίας.

Οι οργανώσεις ΗΙΑS Eλλάδος και Legal Centre Lesvos εκφράζουν την ικανοποίηση με την θετική εξέλιξη της υπόθεσης αναφορικά με την μετεγκατάσταση της οικογένειας καθώς τόσο οι Δικαστικές Αρχές όσο και η Κεντρική Υπηρεσία Ασύλου συνέδραμαν αποτελεσματικά με τις αποφάσεις τους ώστε να καταστεί εφικτή η μεταφορά της οικογένειας στη Γερμανία. Παράλληλα, στην περίπτωση της εντολέως μας, ευελπιστούμε και στην θετική έκβαση της ποινικής υπόθεσης, με την απόσυρση των κατηγοριών σε βάρος της από τις δικαστικές αρχές,  αξιολογώντας ορθά την πράξη απελπισίας της ως αυτοπροσβολή, ατιμώρητη κατά το ποινικό δίκαιο. Η υπόθεση αυτή αποτελεί δυστυχώς ένα ακόμη παράδειγμα άστοχης ενεργοποίησης του ποινικού μηχανισμού σε βάρος των προσφύγων καταδεικνύοντας παράλληλα την αδυναμία του κράτους να εξασφαλίσει κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης για τους ανθρώπους που αναζητούν προστασία στη χώρα μας.

ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΠΡΗΣΜΟ ΤΗΣ ΜΟΡΙΑΣ / FREE THE MORIA 6: A STATEMENT FROM THE DEFENCE LAWYERS ON THE UNFAIR TRIAL OF FOUR OF THOSE ACCUSED OF THE MORIA FIRES

Police officer outside the Court in Chios, 11 June 2021. Photo credit: Free The Moria Six Campaign, @freethemoriasix.

ENGLISH BELOW.

Την Παρασκευή 11/06 και Σάββατο 12/06 έγινε στη Χίο, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, η δίκη τεσσάρων νεαρών Αφγανών, οι οποίοι είχαν κατηγορηθεί από τις Ελληνικές αρχές για τον εμπρησμό στη Μόρια τον περασμένο Σεπτέμβριο, που είχε σαν αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή του στρατοπέδου.

Και οι τέσσερις καταδικάστηκαν, ομόφωνα, σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών, χωρίς  να τους αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό και χωρίς η έφεσή τους να έχει ανασταλτική δύναμη και για το λόγο αυτό οδηγήθηκαν πίσω στη φυλακή Αυλώνα, όπου βρίσκονταν προφυλακισμένοι για δέκα σχεδόν μήνες.

Η διαδικασία που θα ακολουθούνταν από το δικαστήριο είχε διαφανεί από την πρώτη στιγμή. Κατά την είσοδο και με εντολή του προέδρου του δικαστηρίου, ελέγχθηκαν και οι συνήγοροι υπεράσπισης, στους οποίους ανοίχτηκαν οι φάκελοι της δικογραφίας και τα προσωπικά αντικείμενα (πορτοφόλια κ.λ.π.). Στη συνέχεια απορρίφθηκε το αίτημα τεσσάρων δημοσιογράφων (δύο από ελληνικά και δύο από διεθνή μέσα) καθώς και το αίτημα των συνηγόρων υπεράσπισης που αφορούσε σε δύο διεθνείς παρατηρητές (δικηγόρους διαπιστευμένους από διεθνείς ενώσεις νομικών) να παρευρίσκονται στη διαδικασία, ώστε να εξασφαλιστεί στο ελάχιστο η δημοσιότητα της δίκης, με το πρόσχημα των μέτρων για τον covid, ενόσω καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας παρόντες στην αίθουσα ήταν 7-9 αστυνομικοί, για την τήρηση μη αναγκαίων μέτρων τάξης. Αξίζει να σημειωθεί ότι από την παρακολούθηση της δίκης αποκλείστηκε και εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους ίδιους λόγους.

Η διαδικασία ξεκίνησε με την υποβολή ένστασης αναρμοδιότητας του δικαστηρίου, βασισμένη σε επίσημα έγγραφα από τις χώρες καταγωγής, που ήδη από το στάδιο της ανάκρισης είχαν προσκομισθεί από τους 3 κατηγορούμενους, τα οποία αποδείκνυαν ότι οι κατηγορούμενοι ήταν ανήλικοι κατά την υποτιθέμενη τέλεση της πράξης και τα οποία, σύμφωνα με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 9889/2020 άρθρο 1 παρ. 12 αίρουν κάθε αμφιβολία υπέρ της ανηλικότητας χωρίς καμία επιφύλαξη ενώ σταματά οποιαδήποτε διαδικασίας διαπίστωσης ανηλικότητας. Η συγκεκριμένη ένσταση θα είχε, στην περίπτωση που είχε γίνει δεκτή, καταλυτική σημασία στην ποινική αντιμετώπιση των 3, καθόσον θα έπρεπε να παραπεμφθούν σε δικαστήριο ανηλίκων. Παρόλα αυτά το δικαστήριο αποφάσισε την απόρριψη της ένστασης, άνευ ουσιαστικής αιτιολογίας, στηρίζοντας την απόρριψη σε μία αμφίβολης προέλευσης, ποιότητας, αξιοπιστίας και εγκυρότητας πραγματογνωμοσύνη, ενός αναρμόδιου πραγματογνώμονα (όχι γιατρού, αλλά κοινωνικού επιστήμονα –εγκληματολόγου/ανθρωπολόγου), ο οποίος υποτίθεται ότι κατάφερε να διαβάσει ακτινογραφίες και να διαπιστώσει ότι είναι ενήλικοι και επιπλέον παραβιάζοντας την εκ του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία για την εκτίμηση της ηλικίας. Το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ούτε το ευεργέτημα της αμφιβολίας για την ηλικία των κατηγορούμενων, όπως αυτό προβλέπεται από τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

Περαιτέρω απορρίφθηκε παραχρήμα και η ένσταση περί επίδοσης όλων των εγγράφων της κατηγορίας στους κατηγορούμενους στα ελληνικά, χωρίς ούτε στοιχειώδη μετάφραση αποσπασμάτων του κατηγορητηρίου σε γλώσσα που να κατανοούν, παρόλο που αυτό προβλέπεται τόσο στις οδηγίες 2010/64/ΕΕ του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του συμβουλίου της 20/10/2010 και 2012/13/ΕΕ του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του συμβουλίου της 22/05/2012, όσο και στο άρθρο 237 ΚΠΔ.

Το τεκμήριο της αθωότητας των κατηγορουμένων και κάθε έννοια του κράτους δικαίου είχε καταλυθεί από την πρώτη στιγμή. Καίτοι από τα επίσημα έγγραφα της προανάκρισης σαφέστατα προκύπτει ότι όλοι συνελήφθησαν στις 15/09/2020 μεταξύ 22:50 και 23:00 (το βράδυ δηλαδή), εμφανίζονται (και πάλι στα επίσημα έγγραφα) να απολογούνται στις 15/09/2020 μεταξύ 13:00 και 13:30 (το μεσημέρι δηλαδή), πριν συλληφθούν. Την ίδια μέρα και πριν τη σύλληψή τους υπήρξαν δηλώσεις δύο υπουργών της κυβέρνησης, ότι οι δράστες του εμπρησμού της Μόριας συνελήφθησαν, κρατούνται, θα καταδικαστούν και θα απελαθούν. 

Η καταδίκη των κατηγορούμενων στηρίχθηκε αποκλειστικά στη γραπτή κατάθεση στην αστυνομία ενός και μοναδικού μάρτυρα-κατοίκου του στρατοπέδου, ο οποίος κλήθηκε (χωρίς συγκεκριμένο κριτήριο) αυτός και μόνο και κανένας άλλος κάτοικος, στον οποίο δόθηκε το δικαίωμα να καταθέσει χωρίς να δηλώσει μόνιμη κατοικία, ώστε να καταστεί ανέφικτος ο εντοπισμός του στα μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας. Περαιτέρω δεν έγινε καμία προσπάθεια ανεύρεσής του από την εισαγγελία, μέσω της υπηρεσίας ασύλου ή της αστυνομίας που έχει πρόσβαση στα στοιχεία της υπηρεσίας ασύλου, όπου κάθε αιτών άσυλο ή έχων καθεστώς πρόσφυγα είναι υποχρεωμένος να δηλώνει τη μόνιμη διεύθυνσή του. Η εισαγγελία αρκέστηκε να τον θεωρήσει ως αγνώστου διαμονής, να τον απαλλάξει από τη βάσανο της προφορικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα να αναγνωσθεί η κατάθεσή του στο δικαστήριο, απορριφθείσας (χωρίς αιτιολογία) της σχετικής ένστασης που προτάθηκε από τους συνηγόρους υπεράσπισης, περί καταστρατήγησης του υπερασπιστικού δικαιώματος των κατηγορούμενων. Στη συγκεκριμένη κατάθεση, ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας που ενοχοποιεί τους κατηγορούμενους, τους «αναγνωρίζει» μόνο με τα μικρά τους ονόματα, χωρίς να τους περιγράφει ή να δίνει κάποιο άλλο χαρακτηριστικό που να τους ταυτοποιεί. Ως εκ θαύματος, η αστυνομία του επιδεικνύει πέντε συγκεκριμένες φωτογραφίες (μολονότι τα μικρά ονόματα που αναφέρει είναι ιδιαίτερα κοινά στην αφγανική κοινότητα), από τις οποίες αναγνωρίζει ανεπιφύλακτα και με τον τρόπο αυτό καθιστά τους συγκεκριμένους ανθρώπους κατηγορούμενους. Μόνο αυτός και με αυτό τον τρόπο, καθώς πολλοί άλλοι μάρτυρες κατηγορίας, αστυνομικοί και πυροσβέστες, δεν ήταν σε θέση να τους αναγνωρίσουν, παρόλο που ήταν αυτόπτες μάρτυρες στην πυρκαγιά. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα ανατρέπεται με τον πλέον ξεκάθαρο και αξιόπιστο τρόπο από την ίδια την Έκθεση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Μυτιλήνης, καθώς ο ίδιος εμφανίζεται να «αναγνωρίζει» άτομα να βάζουν φωτιά σε συγκεκριμένη μέρα και περιοχή του ΚΥΤ, που σύμφωνα με την Έκθεση όχι μόνο δεν είχε καεί την κρίσιμη ημέρα αλλά την επομένη και μάλιστα όχι από ανθρώπινη ενέργεια αλλά εξαιτίας της φοράς του ανέμου.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υπήρξαν και άλλες μείζονες παραβιάσεις (διερμηνείας, προσβολής των μαρτύρων υπεράσπισης, δικαιώματος στην απολογία των κατηγορουμένων κ.λ.π.) και άλλα διάφορα παράδοξα (δόθηκε η πολυτέλεια σε μάρτυρα κατηγορίας, του οποίου το κτήμα είχε σε άλλη χρονική στιγμή καεί να περιγράφει με λεπτομέρειες  την απώλεια της περιουσίας του, μολονότι δεν υπήρχε κατηγορία για τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους επ’ αυτού).

Τέλος, δεν αναγνωρίστηκε ομόφωνα από το δικαστήριο στους κατηγορούμενους κανένα ελαφρυντικό, ούτε καν αυτό του νεαρού παραβάτη, καίτοι η ελληνική πολιτεία ήδη τους είχε αναγνωρίσει ως τέτοιους προφυλακίζοντάς τους σε ειδικό κατάστημα κράτησης, πόσο μάλλον αυτό των μη ταπεινών αιτίων, στηριζόμενης της επ’ αυτού κρίσης στις πραγματικά απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης των κατηγορούμενων στο «κολαστήριο» της Μόριας, όπως αναγνωρίστηκε από όλους μετά την καταστροφή του.

Όλα τα παραπάνω καταλείπουν την αδιαμφισβήτητη εντύπωση ότι, η συγκεκριμένη δίκη κάθε άλλο παρά δίκαιη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ότι η σκοπιμότητα και η πολιτική εκμετάλλευση σε ζητήματα εθνικού ενδιαφέροντος και τέρψης της κοινής γνώμης, υποσκελίζουν το οποιοδήποτε δικαίωμα των κατηγορουμένων.

Οι Συνήγοροι Υπεράσπισης

FREE THE MORIA 6: A STATEMENT FROM THE DEFENCE LAWYERS ON THE UNFAIR TRIAL OF FOUR OF THOSE ACCUSED OF THE MORIA FIRES

On Friday 11 and Saturday 12 June 2021, the trial of four young Afghans, accused by the Greek authorities for the fire in Moria which resulted in the camp’s total destruction in September 2020, took place in Chios before a Mixed Jury Court.

All four were unanimously sentenced to ten years’ imprisonment, without recognition of any mitigating circumstances, and without their appeal having a suspensive effect. They were therefore taken back to Avlona prison, near Athens, where they have already been held in pre-trial detention for almost ten months.

The court’s intended procedure was evident from the outset of the trial. Upon entry to the court and on the order of the President of the Judges, the defence lawyers were first searched, including the case files and their personal belongings (wallets, etc.). After that, the request of four journalists (two from Greek press and two from international media) and two international trial observers (lawyers accredited by international legal associations) to attend the trial in order to ensure a minimum level of public oversight, were rejected under the pretext that COVID-19 measures prohibited the presence of more than 15 persons inside the court. At the same time, 7 to 9 police officers were present inside the courtroom throughout the proceedings, in order to maintain unnecessary order. It is worth noting that a representative of the United Nations High Commissioner for Refugees (UNHCR) was also excluded from attending the trial for the same reasons.

The trial started with an objection, launched by defence lawyers, related to the court’s lack of jurisdiction. Three of the four defendants were minors at the time of the alleged commission of the crime, and provided the Public Prosecutor’s office with official documents from their country of origin that demonstrated their minority. Pursuant to Joint Ministerial Decision 9889/2020, Article 1, para. 12, this is sufficient to prove their juvenile status. Consequently, their case should have been heard before juvenile court. However, the court rejected this objection, without any substantial reasoning, based  on the “expert” opinion of dubious quality, reliability and validity issued by a social scientist with a criminology and anthropology background (instead of a competent doctor) who claimed, based on X-rays of the defendants’ hands, that the three were adults. This is in stark violation of the procedure for age assessment provided for by law (i.e. the aforementioned Joint Ministerial Decision). The court also failed to take into account the presumption of minority regarding the defendants’ ages, as provided for by the International Convention on the Rights of the Child.

The trial continued with an objection, again launched by defence lawyers, concerning the issuance of the defendants’ indictment in Greek. No translation was offered to them, not even of the essential parts of the indictment. This objection was also rejected, despite the fact that EU Directives 2010/64/EU and 2012/13/EU, in addition to Article 237 of the Greek Code of Criminal Procedure, require indictment documents to be served in a language that the defendants understand.

In this case, the presumption of innocence of the accused and the rule of law were  dismantled from the very first moment. Official documents of the preliminary investigation state that all the defendants were arrested on 15 September 2020 between 22:50 and 23:00 (i.e. in the evening), and yet they appear (again in the official documents) to have been interrogated by the police on 15 September 2020 between 13:00 and 13:30 (i.e. at noon), before they were arrested. Furthermore, on the same day of their arrest and prior to their interrogation, the Minister of Migration and the Minister of Citizen Protection stated that the perpetrators of the fire in Moria had been arrested and detained, and that they would be tried and deported. 

The conviction of the defendants was solely based on the written testimony to the police of a single witness, who was another resident of the Moria camp. This person – and no other resident of Moria – was called (without any specific justification) and given the right to testify without declaring a permanent residence, which made it impossible to locate him in the later stages of the proceedings. Furthermore, no attempt was ever made by the public prosecutor’s office to locate this “witness,” be it through the asylum service or the police, before which all asylum seekers or refugees are obliged to declare their  permanent address. The Public Prosecutor’s office was content to consider him as an “unknown resident”, thus relieving him of the burden of the oral procedure before the court (and shielding him from cross-examination). The court rejected the defence counsels’ objection that this violated the defendants’ right of defence, admitted his testimony and read it aloud in court. 

In his written testimony, this man – the sole witness for the prosecution incriminating the defendants – “identified” them only by mentioning their first names, without offering a physical description or any other identifying characteristics. Even though the first names he mentioned are some of the most common ones in the Afghan community, the police miraculously showed him five specific photographs of the defendants based on which he unreservedly confirmed their identities, thereby making these people the accused. None of the other prosecution witnesses, be it police officers or firefighters, were able to identify the defendants, although they were eyewitnesses to the fire. 

Furthermore, this “witness” testimony is in direct contradiction to the report prepared by  the Mytilene Fire Service itself. The “witness” identified the defendants as setting fire to a specific area of Moria camp on a specific day – which, according to the Mytilene Fire Service, did not burn on that day and, in any case, was not set alight by people. Instead, that area of the camp was destroyed solely by fires spread by the wind. 

During the trial, other major procedural violations were documented, including: erroneous or incomplete interpretation; insults to and harassment of defence witnesses; violations of the rights of the defence witnesses; and violations of the right of the defendants to make a statement. Various other paradoxes manifested during the trial: for instance, a prosecution witness who had lost property in a separate fire to those in Moria camp on September 8 was given the luxury of describing, in detail and without interruption, this loss, even though it had no relation to the trial and there were no associated charges against the defendants. 

Finally, the court unanimously decided to reject all mitigating circumstances in the defendants’ sentencing. This included a refusal to recognise their young age, despite the fact that the Greek state had already recognised this vulnerability by incarcerating them in a specific juvenile prison. Not even the inhumane living conditions of the defendants in the “hell” of Moria – otherwise recognised by all – were taken into account by the court to reduce the defendants’ sentence. 

All of the above leaves the undeniable impression that the trial in question was anything but fair, and that in matters of national interest and public opinion, such as the Moria fire, expediency and political exploitation subordinate the rule of law and the rights of the accused.

THE DEFENSE LAWYERS

GREEK AUTHORITIES DECLARE TURKEY SAFE FOR AFGHAN, BANGLADESHI, SYRIAN, SOMALI AND PAKISTANI NATIONALS / ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΈΣ ΑΡΧΈΣ ΚΗΡΎΣΣΟΥΝ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΊΑ ΑΣΦΑΛΉ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΗΚΌΟΥΣ ΑΦΓΑΝΙΣΤΆΝ, ΜΠΑΓΚΛΑΝΤΈΣ, ΣΎΡΙΟΥΣ, ΣΟΜΑΛΟΎΣ ΚΑΙ ΠΑΚΙΣΤΑΝΟΎΣ

Photo Credit: Deportation Monitoring Aegean

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Yesterday, the Greek authorities furthered Europe’s border externalisation policy through the formal designation of Turkey as a safe country for Afghan, Syrian, Somali, Pakistani and Bangladeshi nationals. 

Announced in a new Joint Ministerial Decision,* this means that all new asylum claims made by people of these nationalities may face expedited examination of their claim, and likely will have their application for asylum rejected as ‘inadmissible’ on the grounds that Turkey is a safe country for them – meaning that they could be “readmitted” (deportated) to Turkey, without an examination of the merits of their asylum claim – i.e.  the reason they left their home country. The populations targeted are by no means surprising: as of April 2021, the majority of the migrant population on the Aegean islands are from Afghanistan (50%), Syria (15%) and Somalia (8%). 

Turkey is not a safe third country for migrants. Most migrants are unable to access any form of protection in Turkey, owing to a geographic restriction that it imposed to the 1951 Convention on the Status of Refugees, and migrants there are at grave risk of exploitation, inhumane detention, and deportation. Only Syrian nationals are able to obtain a form of temporary protection, which falls far short of refugee protection and, in practice, provides little defence against refoulement.  

The EU-Turkey Statement had a clear mandate to exclude all new arrivals from obtaining international protection in Europe, and to confine those who did arrive in liminal European territory until they could be returned. However, since the codification of the EU-Turkey Statement into Greek law in 2016, only Syrian nationals have been found “inadmissible” on the (objectively erroneous) grounds that Turkey is a safe country from which they could seek and obtain international protection. This was despite political pressure from the European Asylum Support Office (EASO) to reject all asylum claims as inadmissible since the EU-Turkey Statement’s implementation. 

Yesterday’s decision expanding the notion that Turkey is “safe” for five additional nationalities is indeed a step further in “the full and unconditional implementation” of the EU-Turkey Statement, as confirmed by Minister of Migration and Asylum N. Mitarachis. Moreover, it is an explicit and unapologetic endorsement of Europe’s drive to exclude migrants from its territory, which are manifest in its policies of systematic violence and continued, fatal disregard for migrant lives.

* Αριθμ. 42799, Καθορισμός τρίτων χωρών που χαρακτηρίζονται ως ασφαλείς και κατάρτιση εθνικού καταλόγου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 86 του ν. 4636/2019 (Α’ 169).

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΈΣ ΑΡΧΈΣ ΚΗΡΎΣΣΟΥΝ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΊΑ ΑΣΦΑΛΉ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΗΚΌΟΥΣ ΑΦΓΑΝΙΣΤΆΝ, ΜΠΑΓΚΛΑΝΤΈΣ, ΣΎΡΙΟΥΣ, ΣΟΜΑΛΟΎΣ ΚΑΙ ΠΑΚΙΣΤΑΝΟΎΣ

Χθες, οι ελληνικές αρχές επέκτειναν την πολιτική της Ευρώπης για την διεύρυνση των εξωτερικών συνόρων με τον επίσημο χαρακτηρισμό της Τουρκίας ως ασφαλούς χώρας για τους Αφγανούς, Σύρους, Σομαλούς, Πακιστανούς και Μπαγκλαντεσιανούς υπηκόους. 

Αυτό σημαίνει ότι όλες οι νέες αιτήσεις ασύλου που υποβάλλονται από άτομα αυτών των εθνικότητων μπορεί να αντιμετωπίσουν ταχεία εξέταση του αιτήματός τους, και πιθανότατα η αίτησή τους για άσυλο θα απορριφθεί ως “απαράδεκτη” με την αιτιολογία ότι η Τουρκία είναι ασφαλής χώρα γι’ αυτούς – πράγμα που σημαίνει ότι θα μπορούσαν να “επιστραφούν” (απελαθούν) στην Τουρκία, χωρίς να εξεταστεί η βασιμότητα του αιτήματός τους για άσυλο – δηλαδή ο λόγος για τον οποίο εγκατέλειψαν την πατρίδα τους. Οι πληθυσμοί στους οποίους απευθύνονται δεν αποτελούν καθόλου έκπληξη: από τον Απρίλιο του 2021, η πλειοψηφία του μεταναστευτικού πληθυσμού στα νησιά του Αιγαίου προέρχεται από το Αφγανιστάν (50%), τη Συρία (15%) και τη Σομαλία (8%). 

Η Τουρκία δεν είναι μια ασφαλής τρίτη χώρα για τους μετανάστες. Οι περισσότεροι μετανάστες δεν έχουν πρόσβαση σε καμία μορφή προστασίας στην Τουρκία, λόγω του γεωγραφικού περιορισμού που επέβαλε στη Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, και παράλληλα εκεί διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο εκμετάλλευσης, απάνθρωπης κράτησης και απέλασης. Μόνο οι υπήκοοι της Συρίας είναι σε θέση να αποκτήσουν μια μορφή προσωρινής προστασίας, η οποία υπολείπεται κατά πολύ της προστασίας των προσφύγων και, στην πράξη, παρέχει ελάχιστη άμυνα κατά της επαναπροώθησης.  

Η Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας έχει σαφή πρόθεση να αποκλείσει όλους τους νεοαφιχθέντες από την απόκτηση διεθνούς προστασίας στην Ευρώπη και να περιορίσει όσους έφταναν σε οριακό ευρωπαϊκό έδαφος μέχρι να μπορέσουν να επιστραφούν. Ωστόσο, από την κωδικοποίηση της Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας στο ελληνικό δίκαιο το 2016, μόνο οι Σύριοι υπήκοοι έχουν κριθεί “απαράδεκτοι” με την (αντικειμενικά λανθασμένη) αιτιολογία ότι η Τουρκία είναι μια ασφαλής χώρα από την οποία θα μπορούσαν να ζητήσουν και να λάβουν διεθνή προστασία. Αυτό συνέβη παρά τις πολιτικές πιέσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO) να απορρίψει όλες τις αιτήσεις ασύλου ως απαράδεκτες μετά την εφαρμογή της δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας. 

Η χθεσινή απόφαση που επεκτείνει την έννοια ότι η Τουρκία είναι “ασφαλής” για πέντε επιπλέον εθνικότητες αποτελεί πράγματι ένα βήμα προς την “πλήρη και άνευ όρων εφαρμογή ” της δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας, όπως επιβεβαίωσε ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Ν. Μηταράκης. Επιπλέον, αποτελεί ρητή και αδιαμαρτύρητη έγκριση της προσπάθειας της Ευρώπης να εξοστρακίσει τους μετανάστες από το έδαφός της, η οποία εκδηλώνεται με τις πολιτικές της συστηματικής βίας και της συνεχούς, μοιραίας περιφρόνησης των ζωών των μεταναστών. 

H εφαρμογή της δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας απέχει πολύ από τους αρχικούς στόχους της Ευρώπης. Ενώ οδήγησε σε βίαιες τουρκικές υποχωρήσεις και μέτρα απαγόρευσης που προκάλεσαν μείωση του αριθμού των νέων αφίξεων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου από το 2016 και χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για τη συστηματική απόρριψη των αιτήσεων ασύλου που υπέβαλαν εκεί Σύροι υπήκοοι, δεν μπόρεσε -μέχρι στιγμής- να λειτουργήσει ως η γενικευμένη οδηγία επιστροφής που η ΕΕ σκόπευε να είναι. 

Τώρα, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις του ίδιου του κ. Μηταράκη, η νέα αυτή απόφαση θα διευρύνει και θα επιταχύνει τους αρχικούς στόχους της δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας. Σύμφωνα τόσο με αυτή όσο και με τις ευρύτερες συνοριακές πολιτικές της Ευρώπης, η Κοινή Υπουργική Απόφαση προβλέπει τον αυξημένο περιορισμό των μεταναστών σε μη ασφαλείς τρίτες χώρες και τον αποκλεισμό τους από τη διεθνή προστασία στην Ευρώπη – ανεξάρτητα από το κόστος που αυτό έχει για τη ζωή τους. 


Άλλη μία προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εναντίον του Ελληνικού Κράτους επιδιώκει αποκατάσταση για μαζική επαναπροώθηση από τις Ελληνικές Αρχές στο Αιγαίο.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

For English click here.

Άλλη μία προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εναντίον του Ελληνικού Κράτους επιδιώκει αποκατάσταση για μαζική επαναπροώθηση από τις Ελληνικές Αρχές στο Αιγαίο.

Στις 12 Απριλίου 2021, το Legal Center Lesvos (LCL) υπέβαλε νέα προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) σχετικά με επιχειρήσεις επαναπροωθήσεων στην περιοχή του Αιγαίου από την Ελληνική Ακτοφυλακή. Στην παρούσα υπόθεση, δικηγόρος του LCL εκπροσωπεί 11 Σύριους υπηκόους που ήταν μέρος μιας ομάδας 180-200 ατόμων που επαναπροωθήθηκανβίαια από την Ελλάδα στην Τουρκία στις 20-21 Οκτωβρίου 2020.

Η υπόθεση παρουσιάστηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εκείνη την εποχή συμπεριλαμβάνοντας εκτενές αποδεικτικό υλικό που επιβεβαιώνει τις μαρτυρίες των επιζώντων, όπως τοποθεσίες GPS, ρεπορτάζ στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, φωτογραφίες και βιντεοσκοπημένο υλικό. Οι 11 που διεξάγουν αυτόν τον δικαστικό αγώνα στο ΕΔΑΔ ήταν μέρος μιας ομάδας 180 έως 200 μεταναστών, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον 40 παιδιών και μιας εγκύου γυναίκας, την οποία α οι ελληνικές αρχές απέλασαν συλλογικά στην Τουρκία, σε μια βίαιη και μαζική επιχείρηση στη Μεσόγειο θάλασσα που διήρκεσε πάνω από 24 ώρες με τη συμμετοχή πολλαπλών σκαφών της Ελληνικής Ακτοφυλακής, συμπεριλαμβανομένου και ενός σκάφους Αναζήτησης και Διάσωσης.

Η ομάδα κατεύθυνε ένα αλιευτικό σκάφος, με την πρόθεση να ζητήσει άσυλο στην Ιταλία, όταν βρέθηκε σε κίνδυνο λόγω κακοκαιρίας στη θάλασσα το πρωί της 20ης Οκτωβρίου 2020, κοντά στο νησί της Κρήτης, γεγονός που την ώθησε να ζητήσει τη βοήθεια των ελληνικών αρχών και της Ύπατης Αρμοστείας. Ακολουθώντας τις οδηγίες της Ελληνικής Ακτοφυλακής, εισήλθαν στα ελληνικά χωρικά ύδατα και με την υπόσχεση της διάσωσης περίμεναν εκεί για πάνω από πέντε ώρες. Όπως φαίνεται σε βίντεο αντί για διάσωση ή παροχή τροφίμων, νερού ή ασφάλειας, η ομάδα των μεταναστών δέχθηκε αιφνιδιαστική και βίαιη επίθεση, το βράδυ, από μασκοφόρους «κομάντο» με μαύρη στολή χωρίς διακριτικά, που επιχειρούσαν από σκάφη της Ελληνικής Ακτοφυλακής και οι οποίοι τους επιτέθηκαν, έκλεψαν τα υπάρχοντά τους, και τους απείλησαν με περαιτέρω βία, αν τυχόν προσπαθούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Στη συνέχεια τα μέλη της ομάδας μεταφέρθηκαν βίαια σε δύο πλοία της Ελληνικής Ακτοφυλακής, στα οποία αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα στο κατάστρωμα, χωρίς φαγητό, νερό ή οποιαδήποτε συνδρομή, μέχρι τελικά στις 21 Οκτωβρίου να εγκαταλειφθούν σε διάφορες αναξιόπλοες και στερούμενες μηχανής σωσίβιες λέμβους κοντά στην τουρκική ακτή.

Το LCL υποστήριξε εν προκειμένω ότι οι ελληνικές αρχές που διέπραξαν τη συλλογική απέλαση παραβίασαν το δικαίωμα των 11 ατόμων στη ζωή σύμφωνα με το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΕΣΔΑ), την απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, το δικαίωμά τους στην ελευθερία και την ασφάλεια σύμφωνα με το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ και του δικαιώματος τους για πραγματική προσφυγή και μη επαναπροώθησης βάσει των άρθρων 3 και 13 της ΕΣΔΑ.

Αυτή η υπόθεση είναι η πέμπτη κατά σειρά για την οποία προσφεύγει το LCL εναντίον της Ελλάδας ενώπιον του ΕΔΑΔ σχετικά με εκτενώς τεκμηριωμένα περιστατικά συλλογικών απελάσεων στην περιοχή του Αιγαίου. Σε κάθε μία από τις περιπτώσεις, οι μετανάστες που είχαν φτάσει στην Ελλάδα με την πρόθεση να ζητήσουν άσυλο, υπέστησαν βία, ταπείνωση και βασανιστήρια στα χέρια των ελληνικών αρχών και τελικά εγκαταλείφθηκαν στη θάλασσα χωρίς μέσα να παραμείνουν ασφαλείς ή να ζητήσουν βοήθεια.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή σε αυτήν την περίπτωση είναι η ύπουλη και προφανώς προσχεδιασμένη φύση της συλλογικής απέλασης. Οι ελληνικές αρχές λέγοντας επανειλημμένα ψέματα στους επιβάτες του αλιευτικού σκάφους – οι οποίοι βρίσκονταν σε ευάλωτη και αγωνιώδη κατάσταση, αφού είχαν μόλις επιβιώσει από μία καταιγίδα, κατά τη διάρκεια της οποίας όλες οι προμήθειες τους έπεσαν στη θάλασσα- σκόπιμα και επανειλημμένα τους παραπλανούσαν για να πιστέψουν ότι θα διασωθούν και αντίθετα τους επιτέθηκαν και τους επαναπροώθησανσυλλογικά στην Τουρκία.

O αριθμός του προσωπικού, των σκαφών και του εξοπλισμού που κινητοποιήθηκαν όπως και ο βαθμός συντονισμού που απαιτήθηκε όσο διάρκεσε το περιστατικό, είναι επίσης αξιοσημείωτος, καθώς τουλάχιστον 5 επίσημα σκάφη της Ελληνικής Ακτοφυλακής, 4 ή 5 ταχύπλοα σκάφη και ελαφριές φουσκωτές βάρκες υψηλών επιδόσεων (RHIBs) όπως και 7 σωσίβιες λέμβοι αναπτύχθηκαν κοντά στην Κρήτη και διεξήγαγαν την επιχείρηση επαναπροώθησης, στην οποία περίπου 200 άτομα μεταφέρθηκαν για πάνω από 200 χιλιόμετρα, από την ακτή της Κρήτης πίσω στα τουρκικά χωρικά ύδατα σε δύο ξεχωριστές επιχειρήσεις.

Όπως έχει ήδη επισημανθεί από το LCL και διάφορες άλλες ομάδες παρακολούθησης και ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι παράνομες πράξεις που διαπράχθηκαν από τις ελληνικές αρχές στην παρούσα υπόθεση δεν είναι μεμονωμένες αλλά τουναντίον αποτελούν μέρος μιας συνεχιζόμενης συστηματικής και διαδεδομένης πρακτικής που εφαρμόζουν οι ελληνικές αρχές τον τελευταίο χρόνο (ιδίως από τον Μάρτιο του 2020), η οποία ισοδυναμεί με έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Παρά τις εκτενείς αποδείξεις, τις εκθέσεις, τις έρευνες και τις καταγγελίες τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, οι ελληνικές αρχές εξακολουθούν να αρνούνται ότι γίνονται επαναπροωθήσεις.

Η Ελλάδα είναι μία από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που δεν έχει απαγορεύσει ρητά τις συλλογικές απελάσεις και το νομικό σύστημα της Ελλάδας δεν παρέχει επαρκή ένδικα μέσα για την αποκατάσταση της σοβαρότητας των διεθνών παραβιάσεων και παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συνεπάγονται συλλογικές απελάσεις, πόσο μάλλον το πολιτικό συμφέρον να διερευνήσει σοβαρά αυτά τα εγκλήματα. Έτσι, το ΕΔΑΔ έχει καταστεί έσχατη λύση για έναν αυξανόμενο αριθμό επιζώντων.

Οι χρονικοί ορίζοντες του ΕΔΑΔ υποδεικνύουν ότι μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να εξεταστούν τέτοιες αιτήσεις, ενώ ο εξατομικευμένος χαρακτήρας των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως εκδικάζεται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECtHR) συνήθως δεν αποτυπώνει τον συστηματικό χαρακτήρα των μαζικών απελάσεων. Ωστόσο, στο παρόν συγκείμενο απόλυτης ατιμωρησίας για τα φρικαλέα αυτά εγκλήματα αξίζει να ακολουθήσουμε όλα τα νομικά μέσα που διατίθενται για τους επιζώντες των επαναπροωθήσεων. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι η ουσιαστική δικαιοσύνη για τους επιζώντες των μαζικών απελάσεων θα πρέπει να περιλαμβάνει ασφαλείς και νόμιμες οδούς προς την Ευρώπη και να δώσει ένα αποφασιστικό τέλος στο συνοριακό καθεστώς της Ευρώπης- φρούριο, αυτό της αποτροπής με κάθε ανθρώπινο κόστος, και το οποίο έχει ως λογική κατάληξη τη θεαματική βία των επαναπροωθήσεων, όπως στην περίπτωση που εξετάζουμε.

Για συνεντεύξεις ή ερωτήσεις επικοινωνήστε με:

  • Natassa Ntailiani +30 694 425 1704 (Ελληνικά, Αγγλικά, Γερμανικά)
  • Marion Bouchetel +30 697 761 9003 (Γαλλικά, Αγγλικά, Ισπανικά).

*******************

Press release

26 April 2021

New case filed against Greece in European Court, for massive pushback operation of over 180 migrants caught in storm near Crete

On 12 April 2021, the Legal Centre Lesvos (LCL) filed a new complaint before the European Court of Human Rights (ECtHR) regarding “pushback” operations in the Aegean Region by the Hellenic Coast Guard. In the present case, LCL’s lawyer represents 11 Syrian nationals who were part of a group of 180-200 people violently expelled from Greece to Turkey on 20-21 October 2020. 

The case was reported on social media at the time and includes extensive evidence corroborating survivors’ testimonies, such as GPS locations, media reports, photographs and video footage. The 11 who are bringing this litigation to the ECtHR were part of a group of between 180 to 200 migrants, including at least 40 children and one pregnant woman, who Greek authorities  collectively expelled to Turkey in a violent and massive coordinated operation carried out for over more than 24 hours in the Mediterranean Sea, and involving multiple vessels of the Hellenic Coast Guard including one Search and Rescue vessel. 

The group was navigating on board a fishing boat, with the intention of seeking asylum in Italy when they fell into distress at sea on the morning of 20 October 2020, near the island of Crete, prompting them to request assistance from the Greek authorities and the UNHCR. Under instruction of the Hellenic Coast Guard, they entered Greek territorial waters, and with the promise of being rescued they waited there for over five hours. As shown in video footage, far from being rescued or provided with food, water or safety equipment, the group was instead violently attacked, by surprise, at night, by masked ‘Commandos’ in black uniform without insignia, operating from Hellenic Coast Guard vessels, who assaulted them, stole their belongings, and threatened them with further violence if they attempted to return to Greece. The group was then forcibly transferred to two different Hellenic Coast Guard vessels on which they were forced to spend the night outdoors, without food, water or any assistance, before being abandoned on 21 October on various motorless, unseaworthy, life rafts near the Turkish Coast. 

LCL argued in the present case that Greek authorities who perpetrated the collective expulsion violated the 11 individuals’ right to life under Article 2 of the European Convention on Human Rights (ECHR), their right to be free from torture or inhuman or degrading treatment or punishment under Article 3 ECHR, their right to liberty and security under Article 5 ECHR, and their right to effective remedy and non refoulement under Articles 3 and 13 ECHR. 

This complaint is the fifth legal action filed by the LCL against Greece before the ECtHR concerning extensively evidenced incidents of collective expulsions in the Aegean region. In each case, migrants who had arrived to Greece with the intention to seek asylum, were instead met with violence, humiliation, and torture at the hands of Greek authorities, eventually being abandoned at sea without means to stay safe or to call for rescue. 

Particularly striking in this case is the insidious and apparently premeditated nature of the collective expulsion. The Greek authorities repeatedly lied to the passengers of the fishing boat – who were in a vulnerable state of distress after surviving a storm and losing their supplies overboard – intentionally and repeatedly misleading them into believing they would be rescued, and instead attacked and collectively expelled them to Turkey. 

The number of staff, vessels, equipment and coordination mobilised during this incident is also extraordinary in that at least 5 official vessels of the Hellenic Coast Guard, 4 to 5 speed boats and RHIBs and 7 life rafts were deployed near Crete and carried out the pushback operation, in which approximately 200 people were transported over 200 km from the coast of Crete back to Turkish territorial water in two separate operations. 

As already highlighted by LCL and several other monitoring and human rights groups, the illegal acts committed by Greek authorities in this case are not isolated and instead form part of an ongoing systemic and widespread practice implemented by the Greek authorities over the last year (in particular since March 2020), which amount to crimes against humanity. Despite extensive evidence, reports, investigations and denunciations at both national and international levels, the Greek authorities continue to deny that pushbacks are taking place.

Greece is one of the few European countries that has not explicitly prohibited collective expulsions, and Greece’s legal system does not provide adequate criminal remedy to redress the gravity of the international and human rights law violations entailed in collective expulsions, much less the political interest to seriously investigate these crimes. The ECtHR has thus become a court of last resort for a growing number of survivors.  The ECtHR timelines mean that it could take years for such applications to even be considered, while the individualised character of human rights violations as adjudicated at the ECtHR normally fail to capture the systematic nature of collective expulsions. However, in the current context of absolute impunity for these atrocity crimes it is worth pursuing all remedies available for pushback survivors. This does not change the fact that meaningful justice for survivors of collective expulsions must include safe and legal routes to Europe, and a decisive end to fortress Europe’s border regime of deterrence at any human cost, which has as its logical endpoint the spectacular violence of pushbacks such as this one.

Press contacts – For interviews or questions please contact:

  • Natasha Ntailiani +30 694 425 1704 (Greek, English, German)
  • Marion Bouchetel +30 697 761 9003 (French, English, Spanish).

5 ΧΡΌΝΙΑ ΒΊΑΣ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΊΑΣ ΑΠΌ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΊΑ ΕΕ-ΤΟΥΡΚΊΑΣ

Το Legal Centre Lesvos ιδρύθηκε μετά τη δήλωση ΕΕ-Τουρκίας της 18ης Μαρτίου 2016 – γνωστή επίσης ως «συμφωνία» ΕΕ-Τουρκίας. Μέσω αυτής της , αμφιβόλου νομιμότητας, συμφωνίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση μετέτρεψε τους ανθρώπους που αναζητούν ελευθερία, ασφάλεια και αξιοπρέπεια σε εμπορεύματα και υλικό διαπραγμάτευσης : συμφώνησε να πληρώσει δισεκατομμύρια ευρώ στο αυταρχικό καθεστώς του Ερντογάν, με αντάλλαγμα την ανάληψη από την Τουρκία του ρόλου του συνοριοφύλακα της Ευρώπης Φρούριο. Αυτή την εβδομάδα συμπληρώνονται πέντε χρόνια από τότε που η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας μετέτρεψε τόσο το νησί της Λέσβου όσο και άλλα νησιά του Αιγαίου, που χαρακτηρίστηκαν «hotspot», σε υπαίθριες φυλακές για μετανάστες. Το Legal Centre Lesvos αυτή την εβδομάδα θα δημοσιεύει καθημερινά μια δήλωση, κάθε δημοσίευση θα επικεντρώνει σε μια πτυχή των νομικών συνεπειών της Συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας.

  1. Η Τουρκία δεν είναι ασφαλής τρίτη χώρα
  2. Συστηματικές επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο
  3. Nowruz μας υπενθυμίζει ότι η ύπαρξη ενός διαφορετικού κόσμου είναι δυνατή – ένα κείμενο που γράφτηκε από τη Φατεμα, μέλος της ομάδας του ΛΣΛ

1. Η Τουρκία δεν είναι ασφαλής τρίτη χώρα

Φωτογραφία: Deportation Monitoring Aegean

Η «Συμφωνία» ΕΕ-Τουρκίας βασίζεται σε μια δήλωση συνεργασίας που προβλέπει την επιστροφή στην Τουρκία όλων των «παράτυπων» μεταναστών που φτάνουν στα ελληνικά νησιά. Τον πέμπτο χρόνο εφαρμογής της, παρόλο που τα τουρκικά σύνορα έχουν κλείσει επίσημα λόγω του Covid-19, οι βασικοί στόχοι της Συμφωνίας συνεχίζουν να υλοποιούνται τόσο μέσω συστηματικών επαναπροωθήσεων στην Τουρκία, επαναπροωθήσεις που διαπράττονται από τις ελληνικές αρχές με τη συνενοχή των υπηρεσιών της ΕΕ, όσο και μέσω της βίαιης θωράκισης των συνόρων της Τουρκίας με το Ιράν, τη Συρία και – χάρη στην πρόσθετη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – την Ελλάδα. Θα γράψουμε περισσότερα για αυτές τις πτυχές τις επόμενες ημέρες, αλλά σήμερα θέλουμε να αφιερώσουμε τη προσοχή μας στην ίδια τη ρίζα της συμφωνίας: τον χαρακτηρισμό της Τουρκίας ως «ασφαλούς τρίτης χώρας».

Η έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας, που ορίζεται στο άρθρο 38 της οδηγίας για τις διαδικασίες ασύλου, επιτρέπει στα κράτη μέλη της ΕΕ να επιστρέψουν τους αιτούντες άσυλο ή επικουρική προστασία σε χώρα άλλη από τη χώρα καταγωγής τους, εάν τη διέσχισαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους προς το κράτος μέλος και αν υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ των αιτούντων και της χώρας διέλευσης. Μπορούν δε να πράξουν κατ’ αυτόν τον τρόπο μόνο εάν αυτή η χώρα μπορεί να θεωρηθεί «ασφαλής», πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να πληρούνται ΟΛΑ τα ακόλουθα: (1) Υπάρχει η δυνατότητα να ζητηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα και, στην περίπτωση που συντρέχουν οι λόγοι, να λάβει την προστασία που προβλέπει η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων · (2) δεν υπάρχει κίνδυνος επιστροφής σε μη ασφαλή χώρα προέλευσης · (3) δεν υπάρχει κίνδυνος σοβαρής βλάβης και (4) δεν υπάρχει απειλή για τη ζωή ή την ελευθερία λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή πολιτικής γνώμης. Η Τουρκία δεν είναι ασφαλής, σε οποιοδήποτε από αυτά τα επίπεδα

(1) Η διεθνής προστασία στην Τουρκία είναι τεχνικά διαθέσιμη μόνο σε άτομα που διαφεύγουν από γεγονότα που συνέβησαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1951 και μόνο σε ευρωπαϊκές χώρες, καθώς η Τουρκία δεν έχει υπογράψει το πρωτόκολλο της Σύμβασης της Γενεύης του 1968, το οποίο επέκτεινε αυτού του είδους τη προστασία τόσο χρονικά όσο και γεωγραφικά. Ο τουρκικός νόμος του 2013 για τους αλλοδαπούς και τη διεθνή προστασία (LFIP) προβλέπει υπό όρους μια και μοναδική δυνατότητα απόκτησης της ιδιότητας του πρόσφυγα, ακόμα και αυτή παρέχει ένα σύνολο δικαιωμάτων μικρότερο από αυτό που εγγυάται η Σύμβαση της Γενεύης. Σαν να μην έφτανε αυτό, μόνο οι Σύριοι θεωρούνται πιθανοί δικαιούχοι του καθεστώτος προσωρινής προστασίας που προβλέπεται στην τουρκική εθνική νομοθεσία, ακόμη και αυτή η ελλιπής διάταξη δεν είναι διαθέσιμη σε μετανάστες όλων των άλλων εθνικοτήτων.

(2) Όσον αφορά τον κίνδυνο επιστροφής σε μια μη ασφαλή χώρα, οι απελάσεις αιτούντων άσυλο από την Τουρκία αποτελούν ρουτίνα. Η απέλαση ατόμων των οποίων οι αιτήσεις ασύλου εκκρεμούν, εξακολουθεί να επιτρέπεται μέσα από παραθυράκια στην αρχή της μη επαναπροώθησης που ορίζεται στο άρθρο 54 LFIP, το οποίο τροποποιήθηκε με το προεδρικό διάταγμα αριθ. 676 μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 και με το νόμο 7070. Η παρέκκλιση από την αρχή της μη επαναπροώθησης είναι θεμιτή όταν αφορά σε άτομα που : αποτελούν απειλή για τη δημόσια τάξη (η εξαίρεση αυτή δύναται να χρησιμοποιηθεί για οποιονδήποτε αντιμετωπίζει απλώς κάποια ποινική κατηγορία, ούτε καν απαιτείται να υπάρχει καταδίκη), έχουν «σχέση» ή συσχετίζονται με «τρομοκρατική οργάνωση (χωρίς κανέναν ορισμό του τι συνιστά τρομοκρατία) και παραβιάζουν τους όρους νόμιμης εισόδου στην Τουρκία (στην πράξη αφορά όλους τους μετανάστες) ή επιχειρούν να εξέλθουν παράνομα από την Τουρκία (όπως οι μετανάστες που ταξιδεύουν παράνομα στην Ελλάδα). Η προσφυγή κατά της απόφασης απομάκρυνσης είναι δυνατή εντός επτά ημερών, αλλά η νομική συνδρομή είναι τόσο περιορισμένη που τα περισσότερα άτομα δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε εκπροσώπηση για να υποβάλουν ένσταση. Μια τετραμελής οικογένεια με δύο ανήλικα παιδιά, οικογένεια που το LCL γνώριζε προσωπικά, κρατήθηκε στην Τουρκία για εννέα μήνες, μετά από παράνομη συλλογική απέλαση από την Ελλάδα και στη συνέχεια απελάθηκε από την Τουρκία στο Αφγανιστάν. Η οικογένεια επέστρεψε στην Ελλάδα και έχει λάβει διεθνή προστασία. Ένας άλλος επιζών μιας μαζικής παράνομης απέλασης από την Ελλάδα στην Τουρκία, που τεκμηριώθηκε από το LCL, απελάθηκε από Τουρκία στη Συρία. Αυτό το άτομο ταξίδευε ως ασυνόδευτος ανήλικος και ήταν μόλις δεκαπέντε ετών. Ζει τώρα σε ένα στρατόπεδο για εσωτερικά εκτοπισμένους στο Idlib της Συρίας

(3) Η αυθαίρετη παρατεταμένη κράτηση σε απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες είναι ένα παράδειγμα των σοβαρών κινδύνων που διατρέχουν οι μετανάστες στην Τουρκία. Στην Τουρκία οι μετανάστες μπορεί να τεθούν υπό κράτηση για διάστημα μέχρι ενός έτους, χωρίς να χρειάζεται κάποια αιτιολόγηση και χωρίς καμία δικαστική εποπτεία. Τα κέντρα κράτησης είναι ασφυκτικά γεμάτα και ανθυγιεινά και έχουν αναφερθεί πολλές περιπτώσεις βίας και βασανιστηρίων από το προσωπικό εναντίον κρατουμένων. Οι μη Σύροι υπήκοοι, που απελαύνονται από την Ελλάδα στην Τουρκία, τίθενται υπό κράτηση αυτόματα με το που θα φτάσουν στη χώρα και κρατούνται σε «κέντρα απομάκρυνσης». Σε αυτά τα «κέντρα απομάκρυνσης» τους αρνούνται τη πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου και τους απελαύνουν στις χώρες καταγωγής τους

(4) Αποτελεί τεκμηριωμένο γεγονός ότι ακόμη και για τους Τούρκους πολίτες – πόσο μάλλον για τους μετανάστες που δε διαθέτουν νομική υπόσταση – το τουρκικό κράτος αποτελεί απειλή για τη ζωή και την ελευθερία εξαιτίας της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της συμμετοχής σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα και της υιοθέτησης μιας αντίστοιχης πολιτικής γνώμης . Η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας παρέχει εδώ και καιρό κάλυψη για την καταστολή που ασκεί το τουρκικό καθεστώς σε κάθε πιθανή διαφωνία, είτε μιλάμε για τη συστηματική δίωξη των Κούρδων και διάφορων άλλων εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, είτε μιλάμε για τη καταστολή που υφίστανται τα LGBTQI+ άτομα και την αυθαίρετη σύλληψή και φυλάκιση πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων, αριστερών, φοιτητών (και ακαδημαϊκών, συνδικαλιστών, υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δικηγόρων, είτε μιλάμε για την εκτεταμένη χρήση βίας, με σκοπό τη συντριβή των οργανωμένων αντιστάσεων και των διαμαρτυριών, τη χρήση βασανιστηρίων και βίαιων «εξαφανίσεων», τη συμπόρευση του με τις φασιστικές πολιτοφυλακές, είτε μιλάμε για τον ιμπεριαλιστικό στρατιωτικό επεκτατισμό του, που περιλαμβάνει εισβολές, καταλήψεις εδαφών και τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου και ωμοτήτων.

Το 2017, μετά από σειρά προσφυγών κατά της νομιμότητας της «Συμφωνίας» ΕΕ-Τουρκίας, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Ελλάδας αποφάσισε (ΣτΕ 2348/2017) ότι η Τουρκία αποτελούσε μια ασφαλής τρίτη χώρα για τους δύο Σύριους, τις υποθέσεις των οποίων εξέταζε. Αυτό το αποκύημα της φαντασίας εξακολουθεί να συναντά ως απάντηση η συντριπτική πλειοψηφία των Σύριων υπηκόων, παρόλο που είναι σαφές ότι οι ίδιοι οι υποστηρικτές της Συμφωνίας εντός της κυβέρνησης, δεν έχουν μια τέτοια γνώμη. Σύμφωνα με όσα ανάφερε ο Υπουργός Εξωτερικών, σε ομιλία του στις 5 Δεκεμβρίου 2020: «Η Τουρκία διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις σε ξένα εδάφη, καταλαμβάνει τμήματα γειτονικών χωρών, απειλεί πόλεμο, αμφισβητεί την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα των Ευρωπαίων χώρες, μεταφέρει τζιχαντιστές, παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών, υποστηρίζει εξτρεμιστικά κινήματα, χρησιμοποιεί τη μετανάστευση ως εργαλείο, προσβάλλει τα ανθρώπινα δικαιώματα στο εσωτερικό της χώρας. Προσπαθεί να αναπτύξει μια σφαίρα επιρροής στην ευρύτερη περιοχή – να δημιουργήσει μια νέα τουρκική Γιάλτα. “

Η Τουρκία δεν είναι «ασφαλής τρίτη χώρα». Η επιμονή στο χαρακτηρισμό της ως τέτοιας από την Ευρώπη, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, τις επαναπροωθήσεις και τους θανάτους μεταναστών, την ίδια στιγμή που η Ευρώπη χρηματοδοτεί και ενδυναμώνει ένα αυταρχικό καθεστώς, που είναι το ίδιο υπεύθυνο για άσκηση μορφών βίας που αναγκάζουν τους ανθρώπους να τρέπονται σε φυγή.

5 ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΚΕΤΑ – ΤΕΡΜΑΤΙΣΤΕ ΤΩΡΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΕ -ΤΟΥΡΚΙΑΣ


4. Συστηματικές επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο

Ο πέμπτος χρόνος της συμφωνίας ΕΕ- Τουρκίας ξεκίνησε με το ελληνικό κράτος να αναστέλλει παράνομα την 1η Μαρτίου 2020 το δικαίωμα ασύλου και να οχυρώνει τα σύνορά του – με την ΕΕ να αποκαλεί την Ελλάδα «ασπίδα» της Ευρώπης και την Frontex να παρέχει αυξημένη υλική υποστήριξη  σε ένα πλαίσιο κατάφωρων παραβιάσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων και δεσμεύσεων για διεθνή προστασία. Παρότι η ΕΕ ασκεί βία σε βάρος των μεταναστών εδώ και πολλά χρόνια στα σύνορά της -και μέσω των επαναπροωθήσεων)- φαίνεται πως οι αξιωματούχοι της Ελλάδας και της ΕΕ θεώρησαν πως η πανδημία του Covid-19 προσφέρει τέλεια κάλυψη για την κλιμάκωση της επίθεσης εναντίον των μεταναστών στο Αιγαίο, με πλήρη ατιμωρησία.

Από τον Μάρτιο του 2020 μέχρι σήμερα, ο επίσημος αριθμός θαλάσσιων αφίξεων προς την Ελλάδα, έχει μειωθεί δραστικά κατά 85% σε σύγκριση με το 2019. Μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, πολυάριθμες αναφορές και έρευνες έχουν αποκαλύψει μια συνεχή, συστηματική πρακτική ομαδικών απελάσεων από τις ελληνικές Αρχές, που πραγματοποιήθηκαν σε σταθερή βάση, με έναν συγκεκριμένο τρόπο, με τεκμηριωμένη την συνενοχή της ΕΕ και της Frontex. Από τον Μάρτιο του 2020, έχουν επικοινωνήσει με το LCL πάνω από 50 επιζώντες 17 ομαδικών απελάσεων. Σε κάθε μαρτυρία που μοιράστηκαν οι επιζήσαντες των επαναπροωθήσεων με το Legal Center Lesvos, οι ελληνικές Αρχές βίαια και με συνοπτικές διαδικασίες, εξοβέλιζαν τους μετανάστες από το ελληνικό έδαφος χωρίς να καταγράφουν την άφιξή τους ή να τους επιτρέπουν την πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου. Είτε μεσοπέλαγα είτε κατά την άφιξη της βάρκας στην ακτή,  οι ελληνικές Αρχές μετέφεραν με τη βία τους μετανάστες προς τα τουρκικά ύδατα προτού τους εγκαταλείψουν σε φουσκωτά σκάφη ή λέμβους χωρίς κινητήρα, με πλήρη αδιαφορία για το αν θα ζήσουν ή θα πεθάνουν. Παρά τις πολυάριθμες αναφορές, δηλώσεις, έρευνες και καταγγελίες σχετικά με τη συνεχή αυτή επίθεση σε βάρος των μεταναστών, οι επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο συνεχίζονται με ατιμωρησία, λειτουργώντας ως ανεπίσημη υλοποίηση των στόχων της  συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, ενώ τα τουρκικά σύνορα παραμένουν επισήμως κλειστά.

Τα εκατοντάδες άτομα που έχουν μεταφερθεί και συνεχίζουν να μεταφέρονται με τη βία και να εγκαταλείπονται σε μη αξιόπλοα φουσκωτά σκάφη στη μέση της θάλασσας από τις ελληνικές Αρχές χωρίς να μπορούν να καλέσουν για βοήθεια, αποτελούν μια θεαματική μορφή της κρατικής βίας απέναντι στους μετανάστες. Πέρα από τις παραβιάσεις δικαιωμάτων, η θέση του LCL είναι ότι τα στοιχεία που συγκροτούν το συνεχές αυτό modus operandi των ομαδικών απελάσεων στο Αιγαίο, λαμβάνοντας υπόψιν την εκτενή και συστηματική φύση της επίθεσης, συντελούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Η ατιμωρησία στη πρακτική των συστηματικών επαναπροωθήσεων δείχνει το βαθμό στον οποίο η Ευρώπη-φρούριο αντιμετωπίζει ως αναλώσιμες τις ζωές των μεταναστών, κάτι το οποίο ιστορικά είναι συνυφασμένο με φρικτά εγκλήματα.

Σήμερα, για παράδειγμα, υπάρχουν αναφορές για τουλάχιστον τρία άτομα νεκρά και ένα αγνοούμενο ως αποτέλεσμα μιας ακόμα επαναπροώθησης στην οποία οι ελληνικές Αρχές άρπαξαν όλα τα υπάρχοντα μιας ομάδας μεταναστών και τους παράτησαν στην θάλασσα.

Ωστόσο,  αυτή η πλήρης αδιαφορία για τις ζωές των μεταναστών είναι εγγενής με τις συνθήκες των camp και των κέντρων κράτησης στη Λέσβο, τις οποίες οι άνθρωποι αναγκάζονται να υπομείνουν και οι οποίες αποτελούν παραβίαση τoυ δικαιώματος ενάντια στην απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και των βασανιστηρίων, στην ελευθερία και την ασφάλεια, στην ιδιωτικότητα και στην οικογενειακή ζωή, στην πραγματική προσφυγή, στην απαγόρευση των διακρίσεων, στο δικαίωμα στη ζωή. Είναι σύμφυτη με το ότι οι άνθρωποι αναγκάζονται να περιμένουν σε κατάσταση αναμονής για χρόνια, αποκομμένοι από την οικογένεια, τους φίλους, την κοινότητα, τις επιδιώξεις τους, χωρίς να έχουν την δυνατότητα να μετακινηθούν ούτε προς τα μπρος ούτε προς τα πίσω. Είναι εγγενής με την αυξανόμενη προτεραιότητα και χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μαζική κράτηση των μεταναστών μέσα από συστήματα “hotspot”, επιτάχυνση συνοριακών διαδικασιών, βίαιες απελάσεις, στρατιωτικοποίηση και ανάδειξη των συνόρων, μέσα από συμφωνίες αμφισβητήσιμης νομιμότητας με τρίτες χώρες  και προσφέροντας βοήθεια μέσω οικονομικών πακέτων εξαρτώμενων από την οχύρωση των συνόρων.

Και ενώ η βία των επαναπροωθήσεων στο Αιγαίο είναι κάτι σκανδαλώδες και θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο , δεν αποτελεί με κανένα τρόπο παρέκκλιση από τη λογική του συνοριακού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εργαλειοποιεί τον ανθρώπινο πόνο με σκοπό να αποτρέψει την μετανάστευση, με κάθε κόστος. Ακόμα και αν τηρηθούν τα απαιτούμενα πρότυπα διαδικασίας και υποδοχής που έχουν επιβληθεί από το ευρωπαϊκό κεκτημένο ασύλου στη Λέσβο, πολλοί άνθρωποι θα συνεχίσουν να αποκλείονται, το σύστημα θα παραμείνει βίαιο και θεμελιωδώς ανεπαρκές για να εξασφαλίσει τις συνθήκες ευημερίας που όλοι οι άνθρωποι αξίζουν. Για αυτόν τον λόγο, ενώ το LCL θα συνεχίσει να τεκμηριώνει, να καταγγέλλει και να επιδιώκει αποκατάσταση για τις συστηματικές παραβιάσεις των δικαιωμάτων στη Λέσβο, γνωρίζουμε ότι πρέπει ταυτόχρονα να οργανωθούμε για συστημική αλλαγή: το πλαίσιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ευρώπης δεν μπορεί να απογοητεύσει ανθρώπους τους οποίους ποτέ δεν είχε σχεδιαστεί να προστατεύσει.

5 ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΚΕΤΑ – ΤΕΡΜΑΤΙΣΤΕ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΕ -ΤΟΥΡΚΙΑΣ


5. Nowruz μας υπενθυμίζει ότι η ύπαρξη ενός διαφορετικού κόσμου είναι δυνατή – ένα κείμενο που γράφτηκε από τη Φατεμα, μέλος της ομάδας του ΛΣΛ

Το Ναουρούζ είναι η αρχή του νέου έτους στο Ιράν, το Αφγανιστάν και το Κουρδιστάν και είναι επίσημη αργία σε ορισμένες άλλες χώρες, όπως το Τατζικιστάν, η Ρωσία, το Κιργιστάν, το Καζακστάν, η Συρία, το Ιράκ, η Γεωργία, η Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν, η Αλβανία, η Κίνα, η Τουρκία, Τουρκμενιστάν, Ινδία, Πακιστάν και Ουζμπεκιστάν, όπου οι άνθρωποι το γιορτάζουν επίσης.

Πιστεύουμε ότι στο Ναουρούζ, με την αρχή της άνοιξης, όταν η φύση ανανεώνεται, πρέπει κι εμείς επίσης να γυρίσουμε ένα νέο φύλλο και να ξεκινήσουμε ξανά με μια νέα προοπτική.

Στις αρχές του νέου έτους και σε όλες τις γιορτές, οι μετανάστες στη Λέσβο ζουν, εδώ και πάνω από έξι μήνες σε σκοτεινές, κλειστοφοβικές σκηνές, δίπλα στη θάλασσα, σε ένα περιβάλλον σαν φυλακή, από όπου δεν τους επιτρέπεται να φύγουν περισσότερες από μία φορές την εβδομάδα, και ακόμη και τότε μόνο για δύο ή τρεις ώρες, έχοντας τα απολύτως απαραίτητα για την επιβίωσή τους.

Σκέφτομαι τους μετανάστες που, φέτος, ξεκινούν το νέο έτος μακριά από τα σπίτια τους σε τόσο δύσκολες συνθήκες στο στρατόπεδο.

Δεν ξέρω αν μπορούν να νιώσουν τη χαρά της νέας χρονιάς και το Ναουρούζ και να το γιορτάσουν μεταξύ τους ή όχι.

Δεν ξέρω αν έχουν ακόμα ένα υπόλoιπο ελπίδας που να τους επιτρέπει να χαμογελούν και να ευχηθούν ο ένας στον άλλο μια καλή χρονιά.

Δεν ξέρω αν θα μπορέσουν ποτέ να ξεχάσουν τις πικρές αναμνήσεις αυτών των ημερών ή αν θα μείνουν πάντα μαζί τους σαν εφιάλτης…

Με την ελπίδα ότι η νέα χρονιά θα είναι μια καλύτερη αρχή για όλους τους μετανάστες σε όλο τον κόσμο.

Το Ναουρούζ μας υπενθυμίζει ότι ένας διαφορετικός κόσμος είναι δυνατός. Αλληλεγγύη αυτό το Ναουρούζ σε όλους αυτούς που αγωνίζονται για έναν νέο κόσμο.

WHILE EUROPE STRUGGLES WITH SECOND WAVE OF COVID-19 INFECTIONS, GREECE RUSHES ASYLUM SEEKERS THROUGH PROCEDURES IN LESVOS

The waiting area at the EASO interview site, Pagani, November 2020.

The European Asylum Support Office (EASO) announced last week that it has increased the number of interviews conducted on the Aegean Islands by 170% throughout 2020 – this despite the month-long suspension of asylum, COVID-related lockdowns, and devastating fires that have affected the islands this year. 

In Lesvos, the services of the Regional Asylum Service and EASO have been partially suspended since 2 September 2020, following the first positive COVID-19 case in Moria camp and the fires that subsequently destroyed it. In that time, migrants have been unable to submit appeals or to lodge subsequent applications, meaning that many are stuck in limbo without legal status. 

Those who are outside of the procedure (with a first-instance rejection that they have been unable to appeal, or with a second-instance rejection and no pending procedures) are no longer considered asylum seekers by either the Greek state or UNHCR, and are therefore arbitrarily denied the protections guaranteed to asylum seekers. In addition, they are ineligible for certain forms of assistance, including the monthly cash provision from UNHCR. 

The majority of migrants in Lesvos are residing in the camp hastily built to replace the former Moria RIC. Conditions there remain abysmal, over two months after its construction. There are still no showers, nor adequate running water; single men share rub halls of approximately 300 people; and the standard tents, often housing several families, have flooded repeatedly in response to heavy rains over the past weeks. 

Many of those formerly detained in the pre-removal centre in Moria camp, PRO.KE.K.A, have been arrested and are now held in the Mytiline police station or in a detention centre on mainland Greece. Those in the police station are unable to file appeals or subsequent applications, depriving them of pathways to contest their detention. In the police station, migrants have reported that they have limited access to basic hygiene items, cell phones, or clothes and blankets to stay warm in the cold weather. 

Despite these dire procedural and material circumstances, the authorities have been eager to resume interviews; in fact, EASO recently announced that it aims to complete all interviews for migrants in Lesvos by the end of the lockdown. 

Legal aid actors have issued joint objections, citing the poor quality of remote interviews, the lack of procedural safeguards, and obstacles to migrants’ access to legal aid. Nonetheless, EASO, the Regional Asylum Office of Lesvos, and the new camp’s management have all stated that interviews will continue. In recent weeks, the conduct of interviews  has raised serious concerns about the quality of the procedure and its compliance with European and Greek regulations: 

  • At least three people supported by the Legal Centre Lesvos inquired about their interview dates, only to be put directly on a bus and interviewed that same day. A married couple, for example, went to request an interview date from authorities in the new camp, and were put on a bus without being told why or where they were going. Later, they found out they were being taken for their asylum interview; the written notification for the interview, which states the date and time of the appointment, was provided to them at the start of the interview. They were not prepared mentally for the interview, and worry they will be rejected as a result.

  • Vulnerable people, including unaccompanied minors, are similarly being rushed through the procedures. A minor, who is currently registered as an adult and awaiting an age assessment, was notified of his interview the day before it was conducted. Before and at the beginning of the interview, he repeatedly stated that he is a child, that he is suffering with mental health issues, and that he was not ready to do his interview that day. He reported that the caseworker from EASO told him that, according to the law, he was required to do his interview; the caseworker went on to say that, in any case, EASO staff have to conduct all the interviews by the end of the month.

  • The majority of interviews are being conducted remotely via telephone or video, with neither the interpreter nor interviewer in the same place as the interviewee. Applicants and LCL team members have reported numerous concerns regarding the quality of the interview,  including poor connection on the call, background noise, and a lack of privacy in interviews, and their adherence to Greek and European law. Article 77(11) of Greek Law 4636/2019 and Article 15(2) of the recast European Asylum Procedures Directive 2013/32/EU state that interviews should take place “under conditions that guarantee/ensure the necessary confidentiality” – yet EASO officers are conducting interviews remotely from their homes, where there is no guarantee that family, housemates, or visitors cannot hear the content of the interviews.

  • Furthermore, Article 15(3) of the European Asylum Procedures Directive 2013/32/EU states that appropriate steps should be taken to ensure that “personal interviews are conducted under conditions which allow applicants to present the grounds for their applications in a comprehensive manner.” The aforementioned technical and procedural issues compound frequently-reported concerns about the interview, including challenges in interpretation and a lack of sensitivity to Applicants’ disclosure of trauma, and therefore compromise Applicants’ ability to present their case. The following incidents experienced by beneficiaries of the Legal Centre illustrate how these problems can both retraumatize applicants, and potentially result in rejection of asylum cases:

    • In an interview conducted remotely via video, the EASO officer’s dog repeatedly interrupted the interview, causing undue stress to the applicant;
    • In another remotely conducted interview, the Applicant was constantly interrupted by the EASO caseworker, who asked her to shorten her answer because the caseworker said she had difficulties taking notes, due to the poor connection. The applicant felt she was not able to fully describe her eligibility for international protection, and worries her case will be rejected as a result.
    • A female survivor of sexual assault was interviewed by a male EASO caseworker and male interpreter, despite EASO’s Practical Guidelines, which state that:  “every effort should be made to enable the applicant to provide a full and accurate account by assigning a case officer and interpreter of a sex that does not make the applicant feel threatened or uncomfortable. This is vitally important where the applicant has been a victim of rape or sexual abuse.” She had to wait five hours from her scheduled interview time until the interview started, and then it lasted until 9pm. At no point was she offered the option of having a female EASO officer or interpreter. She was repeatedly questioned about the sexual assault she survived, causing her extreme stress and anxiety. She had no food or water during this time and only one break during the interview, despite the fact that she was crying. She had difficulty continuing the interview, and is anxious now about the result.

  • Moreover, Applicants are not adequately informed of the modalities of the interview, in violation of the EASO Guidelines which require that, “when organising personal interviews remotely, invitation letters will have to be adapted to inform the applicant accurately about the modalities of the interview”. The guidelines further state that Applicants should be given the choice of whether or not to complete their interviews remotely, while EASO caseworkers themselves should conduct a case-by-case assessment on the suitability of a remote interview for the Applicant.

  • While EASO officers are able to conduct interviews from the comfort and safety of their homes, Applicants are bussed from the new camp (where conditions remain abysmal) to the interview site and left to wait, outside and in confined conditions, often for several hours. There is limited access to hygiene facilities, and migrants reported that the bathrooms are very dirty; there is no or very limited provision of food or water; and there is very little shelter from the cold weather. Some people supported by Legal Centre Lesvos reported that they were instructed to stay seated, and told that they should not move or talk. These are exhausting and inappropriate conditions for anyone, but particularly when people are awaiting a substantive interview about trauma they have survived in their home country. Furthermore, given the present COVID-19 pandemic, such overcrowded conditions also place Applicants’ health at serious risk.  

EASO’s emphasis on its own “productivity,” in face of such widespread procedural violations, underlines the agency’s willingness to gloss over the migrants’ rights (and its own legal obligations) in pursuing corporate metrics of success. 

Earlier this year, an investigation revealed the role of United States based consulting agency McKinsey & Company in the development and implementation of the EU’s Joint Action Plan on Migration, with particular regard to the design of the border procedures. Documents, obtained after freedom of information requests, demonstrated McKinsey’s ongoing focus on ‘targeted strategies’ and creating a ‘streamlined end-to-end asylum process’ – with little mention of guarantees for asylum seekers. 

McKinsey initially provided a twelve-week consultancy, free of charge, to the Greek Asylum Service and relevant EU agencies. In January 2017, however, EASO itself signed a contract with McKinsey worth almost a million euros. The contract faced significant criticism for its violation of European procurement regulations, and yet the project itself was implemented. Throughout, the “driving logic” of McKinsey’s intervention and recommendations was “maximising productivity.” While the contract might have ended, it seems that McKinsey’s metrics remain in EASO’s operations. 

EASO’s ongoing commitment to productivity, as opposed to adherence to their legal obligations and the procedural rights of asylum seekers, raises additional and serious concerns about the agency’s role in the asylum procedure. Personal interviews should not be conducted when such grave procedural concerns remain unaddressed, nor when the transfer and waiting period puts Applicants in situations which heighten their risk of contracting COVID-19.  




AN ATTACK ON SOLIDARITY AND SAFE ACCOMMODATION: THE FORCED CLOSURE OF PIKPA CAMP / ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΗ ΔΙΑΜΟΝΗ: ΤΟ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΟΥ ΠΙΚΠΑ

(ελληνικά παρακάτω) A shelter that has for years been a symbol of humanity and solidarity was forced to close today.

Police forces evacuated PIKPA in Lesvos, a place that hosted thousands of vulnerable asylum seekers and refugees since 2012. They are doing it with no previous notification, on the same day that the European Court of Human Rights was about to judge on the applications for interim measures of two vulnerable cases who had asked for the suspension of their removal. They are doing it despite the fact that, throughout all its years of operation, PIKPA has provided dignified living conditions to its residents in stark contrast to reception facilities run by the state.

The widespread reaction to the Greek Government’s intention to move the people hosted in the shelter, at least, saved them from having to be moved to unacceptable conditions, like those prevailing in the new Kara Tepe hosting facility (rightly described as Moria 2.0). They will instead be moved to the old Kara Tepe, which is run by the Municipality with the assistance of UNHCR, as per the government’s announcement.[i]

However, this facility is also planned to close on 31-12-2020, according to the Ministry’s announcement,[ii] and there is no prospect of creating or preserving a proper reception facility for the most vulnerable. On the contrary, Greek and European authorities are assessing the possibility to create a new closed/controlled center in the middle of nowhere that will inter alia further hinder asylum seekers’ and refugees’ access to crucial services, such as healthcare, while further marginalizing and stigmatizing them, through their isolation them from the local community.

PIKPA’s spirit of solidarity should instead prevail: for the sake of the people that the shelter has welcomed over the years, for the sake of the local population that has for years hosted thousands or even millions of people, for the sake of dignity and humanity.

We call on the Greek authorities to:

– Respect the people hosted in PIKPA and provide them with dignified reception conditions, in line with EU law, along with protection of the most vulnerable among them;

– Preserve the old Kara Tepe facility, where the special needs of vulnerable persons can be catered for and respected;

– Refrain from creating a closed reception center that will lead to even more pain to persons in a situation of vulnerability;

– Respect the right of all people to organize and seek the help of civil society organizations and support initiatives, and especially those, such as LESVOS Solidarity, that are based on the spirit of solidarity and volunteerism.

Signatories

AMNESTY INTERNATIONAL

ANTIGONE – INFORMATION AND DOCUMENTATION CENTRE ON RACISM, ECOLOGY, PEACE AND NON VIOLENCE

CENTRE DIOTIMA

ECHO100PLUS

ECOLOGICAL MOVEMENT OF THESSALONIKI 

FENIX- HUMANITARIAN LEGAL AID

GREEK COUNCIL FOR REFUGEES (GCR)

GREEK FORUM OF REFUGEES (GFR)

GREEK FORUM OF MIGRANTS

GREEK HOUSING NETWORK 

HELLENIC LEAGUE FOR HUMAN RIGHTS

HELP REFUGEES/ CHOOSE LOVE 

HIAS GREECE

HUMANRIGHTS360

INTERNATIONAL RESCUE COMMITTEE

INTERSOS HELLAS

INTERVOLVE

LEGAL CENTRE LESVOS

LESVOS SOLIDARITY

MOBILE INFO TEAM

NETWORK FOR CHILDREN’S RIGHTS

ODYSSEA

OXFAM

REFUGEE RIGHTS EUROPE (RRE)

SAFE PLACE GREECE

SOLIDARITYNOW

SYMBIOSIS-SCHOOL OF POLITICAL STUDIES IN GREECE


Σεβαστείτε το  πνεύμα αλληλεγγύης του ΠΙΚΠΑ. Σεβαστείτε την ανθρωπιά και την αξιοπρέπεια

Μια δομή που αποτελεί εδώ και χρόνια σύμβολο ανθρωπιάς και αλληλεγγύης αναγκάζεται να κλείσει σήμερα.

Οι αστυνομικές δυνάμεις εκκενώνουν το ΠΙΚΠΑ στη Λέσβο, μια δομή που φιλοξένησε χιλιάδες ευάλωτους αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες από το 2012. Το κάνουν χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, την ίδια ημέρα που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επρόκειτο να αποφανθεί επί των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δύο ευάλωτων υποθέσεων που είχαν ζητήσει την αναστολή της απομάκρυνσής τους. Το κάνουν, παρά το γεγονός ότι, καθ ‘όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του, το ΠΙΚΠΑ παρείχε αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης στους  φιλοξενούμενους, σε πλήρη αντίθεση με τις εγκαταστάσεις υποδοχής που διαχειρίζεται το κράτος.

Η μαζική αντίδραση στην πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης να μετακινήσει τα άτομα που φιλοξενούνται στο καταφύγιο, τουλάχιστον, τους έσωσε από το να πρέπει να μετακινηθούν σε απαράδεκτες συνθήκες, όπως αυτές που επικρατούν στο νέο καταυλισμό Καρά Τεπέ (που σωστά περιγράφεται ως 2η Μόρια). Αντ ‘αυτού θα μεταφερθούν στο παλιό Καρά Τεπέ, το οποίο διαχειρίζεται ο Δήμος με την υποστήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, σύμφωνα με ανακοίνωση της κυβέρνησης.[i]

Ωστόσο, αυτή η εγκατάσταση έχει επίσης προγραμματιστεί να κλείσει στις 31-12-2020, σύμφωνα με την ανακοίνωση του Υπουργείου,[ii] και δεν υπάρχει προοπτική δημιουργίας ή διατήρησης κατάλληλης δομής για τους πιο ευάλωτους. Αντίθετα, οι ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές αξιολογούν τη δυνατότητα δημιουργίας ενός νέου κλειστού / ελεγχόμενου κέντρου στη μέση του πουθενά που, μεταξύ άλλων, θα περιορίσει περαιτέρω την πρόσβαση των προσφύγων και αιτούντων άσυλο σε απαραίτητες υπηρεσίες, όπως οι υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψη, περιθωριοποιώντας και στιγματίζοντάς τους περαιτέρω, μέσω της απομόνωσής τους από την τοπική κοινότητα.

Το πνεύμα αλληλεγγύης του ΠΙΚΠΑ πρέπει να υπερισχύσει: για χάρη των ανθρώπων που φιλοξενήθηκαν στη δομή ανά τα χρόνια, για χάρη του τοπικού πληθυσμού που εδώ και χρόνια φιλοξενεί χιλιάδες ή και εκατομμύρια ανθρώπους, για χάρη της αξιοπρέπειας και της ανθρωπιάς.

Καλούμε τις ελληνικές αρχές:

– Να σεβαστούν τους ανθρώπους που φιλοξενούνται στο ΠΙΚΠΑ, παρέχοντάς τους κατάλληλες συνθήκες και προστατεύοντας, παράλληλα, του πιο ευάλωτους μεταξύ τους, σε συμφωνία με το ενωσιακό δίκαιο

– Να διατηρήσουν την παλιά δομή του Καρά Τεπέ, όπου μπορεί να υπάρξει μέριμνα και σεβασμός για τις ειδικές ανάγκες των ευάλωτων ατόμων

– Να απέχουν από τη δημιουργία ενός κλειστού κέντρου υποδοχής που θα δημιουργήσει ακόμη περισσότερο πόνο σε ανθρώπους που είναι σε ευάλωτη κατάσταση

– Να σεβαστούν το δικαίωμα όλων των ανθρώπων να οργανώνονται και να αναζητούν τη βοήθεια οργανώσεων και πρωτοβουλιών της κοινωνίας των πολιτών και ιδίως αυτών όπως η Αλληλεγγύη Λέσβου, που βασίζονται στο πνεύμα της αλληλεγγύης και του εθελοντισμού.

Υπογράφουν

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΛΕΣΒΟΥ

ΑΝΤΙΓΟΝΗ – ΚΕΝΤΡΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ, ΤΗΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ, ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΤΗ ΜΗ ΒΙΑ

ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΜΝΗΣΤΙΑ

ΔΙΚΤΥΟ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ 

ECHO100PLUS

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΑΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (ΕλΕΔΑ)

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗ ΣΤΕΓΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΟΙΚΙΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΓΙΑ τους ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ (ΕΣΠ)

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

INTERVOLVE

INTERNATIONAL RESCUE COMMITTEE

INTERSOS HELLAS

ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΟΤΙΜΑ

LEGAL CENTRE LESVOS

MOBILE INFO TEAM

ODYSSEA

ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΉ ΚΊΝΗΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΊΚΗΣ

OXFAM

REFUGEE RIGHTS EUROPE (RRE)

SAFE PLACE GREECE

SOLIDARITYNOW

ΣΥΜΒΙΩΣΗ – ΣΧΟΛΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

FENIX- HUMANITARIAN LEGAL AID

HELP REFUGEES/ CHOOSE LOVE 

HIAS ΕΛΛΑΔΟΣ

HUMANRIGHTS360


[i] https://migration.gov.gr/klisimo-domis-pikpa-lesvos/

[ii] https://www.ethnos.gr/ellada/125361_lesbos-kleinoyn-dyo-domes-prosfygon